Συμφέροντα και τυχοδιωκτισμοί στις όχθες του Αιγαίου

0

Η όξυνση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας πρέπει να διερευνηθεί μέσα στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων στην περιοχή. Εν πολλοίς σχετίζεται με τις ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και κυρίως στο μέτωπο της Συρίας, αλλά και με τη συνεχιζόμενη πολιτική κρίση στην Τουρκία που παρά την σταθεροποίηση του καθεστώτος Ερντογάν εξακολουθεί να εμπεριέχει χαρακτηριστικά κρίσης του κράτους (πρόκειται για ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης με «μαχητικά» χαρακτηριστικά δίωξης, φυλάκισης, απαγόρευσης έκφρασης και εξώθησης όχι μόνο πολιτικών αντιπάλων, αλλά μεγάλων τμημάτων των κρατικών και ιδεολογικών μηχανισμών –του τύπου, αλλά και του διαδικτύου).

Οπως είχαμε την ευκαιρία να αναλύσουμε αλλού (http://www.iskra.gr/3293-2/) στόχος των ΗΠΑ και στη Συρία δεν ήταν να οικοδομήσουν μία «δημοκρατία δυτικού τύπου» ή να ανοικοδομήσουν την οικονομία σε βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά πρωτίστως να αποδιαρθρώσουν το καθεστώς και το κοινωνικό μοντέλο στο οποίο βασιζόταν, καθώς θεωρείτο από το διεθνές καπιταλιστικό σύστημα ως παρωχημένο (μη εντασσόμενο ομαλά στον διεθνή νεοφιλελεύθερο καταμερισμό) και εχθρικό. Είχαμε επίσης προβλέψει ότι  η αλλαγή της στάσης των ΗΠΑ απέναντι στους τζιχαντιστές του ΙΣΙΣ δεν σηματοδοτεί μια συνολική αλλαγή στρατηγικής για τη Συρία: απλά ανάλογα και με τις εξελίξεις στο πεδίο των μαχών η πολιτική της ενίσχυσης της αντιπολίτευσης θα στραφεί προς άλλες ομάδες ή θα αποτρέπει την πλήρη εξόντωση του ΙΣΙΣ προκειμένου να αποτελεί αντίβαρο στην πλήρη επαναφορά του καθεστώτος Ασαντ (με ταυτόχρονες προσπάθειες επηρεασμού των κουρδικών δυνάμεων). Οι πρόσφατοι αμερικανικοί βομβαρδισμοί θέσεων του Ασαντ επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση, ενώ η προσπάθεια ακόμα μεγαλύτερου επηρεασμού των κουρδικών δυνάμεων σχετίζεται με την στροφή της Τουρκίας προς μια βελτίωση των ρωσοτουρκικών σχέσεων. Στροφή που μπορεί μεν να φαίνεται οπορτουνιστική (αφού η Τουρκία ήταν –και λεκτικά είναι ακόμα- διαπρύσιος πολέμιος του καθεστώτος Ασαντ που στηριξε η Ρωσία), αλλά αποτελούσε μονόδρομο μετά την αλλαγή των συσχετισμών, την ήττα του ΙΣΙΣ (που στηρίχθηκε έμμεσα από την Τουρκία), και τον αναβαθμισμένο ρόλο που απέκτησαν οι κούρδοι στην περιοχή χάρη στους αγώνες τους, αλλά και χάρη στη στήριξη των ΗΠΑ.

Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι οι ΗΠΑ οξύνουν την πίεση προς την Τουρκία, αλλά δεν επιθυμούν τη διάρρηξη των σχέσεων που θα σηματοδοτούσε μια αναγνώριση αυτόνομων κουρδικών περιοχών στο Ιρακ και τη Συρία. Είναι άλλωστε ενδεικτική η στάση που κράτησαν και στην προσπάθεια του Μπαρζανί να ανακηρύξει κουρδικό κράτος στα ιρακινά εδάφη. Περαιτέρω, οι ΗΠΑ θα επιθυμούσαν να κλείσουν ακόμα και ανοικτά μέτωπα στην περιοχή, όπως το Κυπριακό, που δεν σχετίζονται με άμεσα συμφέροντά τους, αλλά βέβαια δεν πρόκειται να πάψουν να προωθούν τα μεσοπρόθεσμα στρατηγικά τους συμφέροντα, αν οι τοπικές αστικές τάξεις δεν είναι έτοιμες να προχωρήσουν σε ένα τέτοιο κλείσιμο

Οπως επίσης έχουμε αναλύσει αλλού (Για τα γεγονότα στην Τουρκία και τη στάση της αριστεράς) τα προβλήματα της Τουρκίας σχετίζονται άμεσα με την αποτυχία της πολιτικής του ΑΚΡ, που υποτίθεται ότι στόχευε στην εξομάλυνση των αντιθέσεων στο κουρδικό ζήτημα (με την αναγνώριση δικαιωμάτων στους Κούρδους) και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (κυρίως με την προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού), προκειμένου η Τουρκία να παίξει ένα περιφερειακό ιμπεριαλιστικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, της Υπερκαυκασίας και των Βαλκανίων με γερά προσδεδεμένο το ρόλο της στο ΝΑΤΟ και το βλέμμα στην ενταξιακή πορεία της ΕΕ. Η πολιτική αυτή σύντομα ήρθε σε αντίθεση με τις γενικότερες στρατηγικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και τα σχέδια των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η επίλυση του Κυπριακού δεν επετεύχθη, η πόρτα της ΕΕ παραμένει ερμητικά κλειστή, η επιδείνωση των σχέσεων με το Ισραήλ οδήγησε στη συγκρότηση του αντιδραστικού άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου και πρωτίστως βέβαια οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην περιοχή (που στόχο είχαν την ένταξη στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας των χωρών της Μέσης Ανατολής) οδήγησαν σε διάλυση των κρατικών οντοτήτων, δίνοντας ένα βαρύνοντα ρόλο στους Κούρδους του Ιράκ ως υπό συγκρότηση κρατική οντότητα ευνοούμενη από τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αντιφατικότητας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από το ρόλο της στη Συρία. Η στήριξη με κάθε μέσο των αντιπολιτευόμενων δυνάμεων που επεδίωκαν την ανατροπή Άσαντ οδήγησε α) στην ρήξη των σχέσεων της με τη Ρωσία, β) στο άδειασμά της από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όταν διαπιστώθηκε ότι το Ισλαμικό Κράτος αποτελούσε πιο επικίνδυνο αντίπαλο από τον Άσαντ, γ) στην επιδείνωση των σχέσεων με τον ΙΣΙΣ κάτω από την πίεση των ΗΠΑ που την κατέστησε βασικό στόχο τρομοκρατικών επιθέσεων και πρωτίστως δ) στη διαμόρφωση μιας νέας υπό συγκρότηση κρατικής οντότητας των Κούρδων της Συρίας αυτή τη φορά. Οι γεωστρατηγικές αυτές ήττες επέδρασαν άμεσα στο εσωτερικό του τουρκικού συνασπισμού εξουσίας και στο έδαφος των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών αναταράξεων οδήγησαν στο πραξικόπημα.

Η ενίσχυση του Ερντογάν μετά το πραξικόπημα με την επιβολή επί της ουσίας ενός δικτατορικού καθεστώτος στο εσωτερικό, αλλά και την αναθέρμανση των ρωσοτουρκικών, αλλά και τουρκοισραηλινων σχέσεων στο εξωτερικό κινείται σήμερα σε ένα έδαφος αστάθειας. Η δήλωση Τραμπ περί αναβάθμισης του ρόλου των κουρδικών δυνάμεων στην περιοχή (δήλωση κατά τη γνώμη μας απόλυτα συνδεδεμένη με την αναθέρμανση των ρωσοτουρκικών σχέσεων), οδήγησε σε μεγαλύτερη εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο της Συρίας προκειμένου να αποτραπεί η ενοποίηση των κουρδικών θυλάκων. Σε λεκτικό επίπεδο οι δηλώσεις Ερντογαν περί αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης εκείνη την περιοχή αφορούσαν. Παρότι ούτε η ΗΠΑ, αλλά ούτε και η Ρωσία παρενέβησαν για να αποτρέψουν την επέμβαση στο Αφριν, υπάρχει ο πραγματικός κίνδυνος για την τουρκική κυβέρνηση να καταλήξει αυτή η επέμβαση σε τακτική ήττα, παρά το ότι η Τουρκία φαίνεται ότι θα διατηρήσει τις βάσεις της στην περιοχή. Ταυτόχρονα η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ  που δυσχεραίνει τις ισραηλινοτουρκικές σχέσεις, αλλά και η στηριζόμενη από τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου διερεύνηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, συμπιέζει ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες της Αγκυρας να παίξει εναν υποϊμπεριαλιστικό ρόλο στην περιοχή και την ωθεί να ανοίξει ένα επόμενο μέτωπο γοήτρου στο Αιγαίο.

Αυτή η αστάθεια ισχύει όχι μόνο για την ίδια την κυβέρνηση του AKP, αλλά και για το συνολο του πολιτικού συστήματος. Μετά την σύλληψη ενός βουλευτή του κεμαλικού CHP και την πορεία για τη δικαιοσύνη, που προς το παρόν περιόρισε απ’ ότι φαίνεται τις  κυβερνητικές επιθέσεις στο πολιτικό προσωπικό του CHP, το CHP φαίνεται να στηρίζει τις βασικές επιλογές του Ερντογαν στη Συρία (η επίθεση στο Αφριν χαρακτηρίστηκε μονόδρομος), αλλά ταυτόχρονα οξύνει ιδιαίτερα τους τόνους κατά της Ελλάδας παράγοντας ένα μετατοπισμένο πεδίο αντιπολίτευσης. Η εσωτερική σύγκρουση για το ποιος ευθύνεται για την «παραχώρηση νησιών στην επικυριαρχία της Ελλάδας», ο Κεμάλ και η συνθήκη της Λωζάννης ή η ενδοτική πολιτική του Ερντογαν, παράγει ένα ασταθές πεδίο, που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ανοικτά ζητήματα, μπορεί να αποτελέσει έδαφος για τυχοδιωκτισμούς. Η επίσκεψη Ερντογαν στην Ελλάδα, παρά το ότι είχε σχεδιασθεί και από τις δυο πλευρές για να ρίξει τους τόνους (εξ ού και η ομιλία Ερντογαν στη Θράκη που ανοικτά κινήθηκε στην αρχή της αναγνώρισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στη Θράκη), μάλλον είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς αφενός μεν όξυνε την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση στην Τουρκία, αφετέρου δε χρησιμοποιήθηκε από διάφορους κύκλους, γνωστούς για τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ (βλ. κυρίως τη συνέντευξη Παπαχελά, λιγότερο τις δυσλεξίες Παυλόπουλου) για να πιέσει τον Ερντογαν να ανακαλέσει την αμφισβήτηση των συνόρων της Λωζάννης, με αντίστροφα βέβαια αποτελέσματα.

Ταυτόχρονα δεν πρέπει να μην βλέπουμε ότι οι τυχοδιωκτισμοί δεν είναι μονόπλευροιΗ όλη συστράτευση της Ελλάδας στον αντιδραστικό άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου με την πλήρη στήριξη (και καθοδήγηση των ΗΠΑ), η πλήρης αποδοχή και ανάπτυξη των αμερικανικών βάσεων (μεταφορά των βάσεων από την Τουρκία στην Ελλάδα) δεν οδηγεί σε εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας- Τουρκίας, ούτε σε «προστασία» της χώρας, αλλά σε όξυνσή των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ενόψη και των διερευνητικών εξορύξεων στην κυπριακή ΑΟΖ για μια ακόμα φορά γύρω από τα Ιμια στήνεται ένα σκηνικό επικίνδυνης έντασης. Φαίνεται ότι δεν ήταν αμέτοχη και η ελληνική πλευρά στα γεγονότα που οδήγησαν στον εμβολισμό του ελληνικού σκάφους (προηγήθηκαν μετακινήσεις πολεμικών πλοίων προς την περιοχή). Σίγουρα όμως οι δηλώσεις της ελληνικής πλευράς που ακολούθησαν περί «μη ειρηνικής αντίδρασης» εαν ξανασυμβεί παρόμοιο περιστατικό, οι δηλώσεις ότι η Ελλάδα δεν είναι Συρία ή Ιρακ και βέβαια η συμμετοχή στην κυβέρνηση εθνικιστικών τυχοδιωκτικών στοιχείων, που μάλλον επιθυμούσαν μεγαλύτερη αντίδραση ήδη από το ίδιο βράδυ, μόνο ως ανησυχητικές πρέπει να εκληφθούν.

Ας μην παραβλέπουμε επίσης ότι η στάση των ΗΠΑ σε περίπτωση αυξημένης έντασης δεν θα είναι μονόπλευρηΟι ΗΠΑ με ανοιχτά τα μέτωπα της Μέσης Ανατολής και σε μια προσπάθεια να μην αφήσουν την Τουρκία να επαναπροσανατολίσει την πολιτική της απέναντι στη Ρωσία δεν έχουν κανένα λόγο να μην επιμείνουν σε μια πολιτική «συμβιβαστικής» παρέμβασης που θα επικυρώνει γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο. Πολλώ δε μάλλον που οι λεονταρισμοί αυτοί δεν αντιστοιχούν σε μια υπαρκτή γεωστρατηγική κατεύθυνση της ελληνικής αστικής τάξης. Επιθυμία της ελληνικής αστικής τάξης είναι να διαδραματίσει ένα πόλο σταθερότητας σε μια κατασπαραζόμενη περιοχή, προκειμένου να εκμεταλλευθεί τα πλεονεκτήματα που απέκτησε από την μνημονιακή πολιτική (λιτότητα, αναίρεση κοινωνικών κατακτήσεων) για να ξαναπροσπαθήσει να επεκταθεί στα Βαλκάνια, όπως την προμνημονιακή περίοδο. Την επιθυμία αυτή προσπαθεί να υλοποιήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συμπλέοντας με τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Πλην όμως η πολιτική αυτή φέρει μέσα της την αντίφαση που γεννιέται από τις επεμβατικές πολιτικές των ΗΠΑ.

Στους τομείς που δεν φαίνονται να υπάρχουν διακυβεύματα είναι εκεί όπου οι αστικές τάξεις ένθεν κακείθεν του Αιγαίου συνεργάζονται για την επιβολή αντιδραστικών αντιλαϊκών πρακτικών, όπως η παγίωση της αντιπροσφυγικής συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, οι φράκτες, η «αντι»τρομοκρατική συνεργασία που θέτει στο στόχαστρο τούρκους και κούρδους αγωνιστές κλπ. Όταν εξυπηρετείται ο κοινός στόχος εναντίον του κοινού εσωτερικού εχθρού τα προβλήματα ως δια μαγείας εξαφανίζονται, εφόσον βέβαια υπάρχουν και οι ταξικοί συσχετισμοί που το επιτρέπουν.

Βασικό καθήκον της αριστεράς είναι να καταγγέλλει και να αποκαλύπτει τις ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις στην περιοχή και τους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο ρόλος επιδιαιτητή που θέλουν να παίξουν οι ΗΠΑ στην περιοχή όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ειρήνη, αλλά αναπαράγει διαρκώς εντάσεις και πολεμικές συγκρούσεις, εφόσον πρόκειται για χώρες που δεν εντάσσονται ομαλά στον νεοφιλελεύθερο καταμερισμό εργασίας (τρία είναι τα βασικά πεδία ενδιαφέροντος των ΗΠΑ που καθορίζουν τις σχέσεις τους με επιμέρους κράτη: η αποδοχή από την πλευρά τους του διεθνούς εμπορίου, η αποδοχή της συλλογικής -διαμέσου των ΗΠΑ- εποπτείας των ενεργειακών πόρων και της απρόσκοπτης ροής των χρηματοοικονομικών επενδύσεων και η μη αμφισβήτηση της πραγματοποίησης των κερδών αυτών των επενδύσεων -διαμέσου κρατικών ή τραπεζικών χρεοκοπιών). Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (που εξακολουθεί να επικαλείται το όνομα της αριστεράς) έχει γίνει ο καλύτερος υποστηρικτής των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Το ΝΑΤΟ έχει μόνιμα εγκατασταθεί στο Αιγαίο (δήθεν για την αποτροπή προσφυγικών ροών)  κυρίως με την επιμονή της ελληνικής κυβέρνησης (σε αντίθεση με την Τουρκία που θεωρεί ότι δεν απαιτείται η παρουσία του). Είναι συνεπώς αναγκαία η διαμόρφωση μιας πλατιάς πολιτικής πρωτοβουλίας  που θα παρεμβαίνει στο αναγκαίο αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο και θα βάζει στην προμετωπίδα της την έξοδο από το ΝΑΤΟ.

Εξίσου βασικό καθήκον όμως είναι και η καταγγελία των γεωστρατηγικών παρεμβάσεων των επιμέρους αστικών τάξεων, ιδίως όταν επιθυμούν, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, να διαδραματίσουν έναν υποϊμπεριαλιστικό ρόλο. Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο παράδειγμα  από το Κυπριακό για το πώς τα αστικά συμφέροντα δυναμιτίζουν την αναγκαία επίλυση ανοικτών ζητημάτων που πλήττουν τα λαϊκά συμφέροντα. Η κυπριακή αστική τάξη επεδίωξε την επίλυση του κυπριακού θέτοντας ως βασικό όρο την διαμόρφωση μιας κρατικής οντότητας που θα επικύρωνε την οικονομική της υπεροχή (ομοσπονδιακό κράτος με περιορισμένες αρμοδιότητας και χωρίς δυνατότητα μεταβιβαστικών πληρωμών προς το αδύναμο ομόσπονδο κρατίδιο). Από τη μεριά της η Τουρκία επεδίωκε να παγιώσει το ρόλο της ως εγγυήτριας δύναμης, με τη διατήρηση στρατευμάτων στο νησί. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επεδίωκαν την παγίωση ενός μηχανισμού επιδιαιτησίας (οι τρεις ξένοι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο σχέδιο Αναν). Εφόσον ο συμβιβασμός δεν επιτεύχθηκε, η κυπριακή αστική τάξη εξακολουθεί να ανέχεται τον ντε φακτο διαμελισμό του νησιού, προκειμένου να προωθήσει τα σχέδια της για την αποκλειστική εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου και την κατασκευή ενός αγωγού Ισραήλ-Κύπρου-Κρήτης-Δυτικής Ευρώπης με αποκλεισμό των τουρκοκυπρίων από τα όποια οφέλη. Η ελληνική αστική τάξη συνδράμει αυτή την πολιτική υπολογίζοντας επίσης στα οφέλη από την αποκρυστάλλωση του άξονα Ισραήλ-Αιγύπτου-Κύπρου-Ελλάδας σε αγωγό ενεργειακών πόρων. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αν οι δυο κοινότητες με ηγεμονία λαϊκών δυνάμεων αποφάσιζαν να διαπραγματευθούν  μόνες τους την επανένωση του νησιού σε ένα ομοσπονδιακό κράτος χωρίς στρατεύματα, βάσεις  και εγγυήτριες  δυνάμεις με ισονομία και αλληλεγγύη θα διαμόρφωναν ένα πραγματικό πόλο ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σήμερα.

Τρίτο καθήκον είναι η καταγγελία του εθνικισμού. Το εθνικιστικό ιδεολογικό υποσύνολο, που είναι πάντα παρόν στην αστική ιδεολογία (έστω και υποτελώς όταν κυριαρχεί το ιδεολογικό υποσύνολο του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης) επιδιώκει την συγκάλυψη των ταξικών συγκρούσεων και την υπέρβασή τους στο όνομα της «υπεράσπισης της πατρίδας» μετατοπίζοντας συνολικά το πολιτικό πεδίο προς τα δεξιά. Σε αυτό το ιδεολογικό έδαφος επιχειρείται πάντα η ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής, ιδίως απέναντι σε κοινωνικούς αγώνες που κρίνονται «άκαιροι» μπροστά στον εθνικό κίνδυνο. Αλλά και χωρίς μια τέτοια εξέλιξη που σχετίζεται πάντα με τους ταξικούς συσχετισμούς (όσο πιο έντονοι είναι οι ταξικοί αγώνες, τόσο περισσότερο υπάρχει η ανάγκη για την περιχαράκωσή τους),  η ανάδειξη του εθνικιστικού υποσυνόλου έχει συγκεκριμένες πολιτικές επιπτώσεις. Ο εθνικισμός στην Ελλάδα αποτελεί σταθερό στοιχείο του βασικού αστικού πολιτικού πόλου, της δεξιάς. Αποτέλεσε για δεκαετίες μία εκ των βασικών ιδεολογικών παραμέτρων πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η οικοδόμηση της ηγεμονίας της ελληνικής αστικής τάξης και η συγκρότηση του κοινωνικού μπλοκ της δεξιάς, ιδιαίτερα μετά το τέλος του εμφυλίου. Ο εθνικισμός ήταν απολύτως συνδεδεμένος με το «κράτος των εθνικοφρόνων», το οποίο παρέμεινε, μέχρι την μεταπολίτευση, ο βασικός μηχανισμός αναδιάταξης του συσχετισμού δύναμης και εμπέδωσης της αστικής κυριαρχίας, μέσω της άγριας καταστολής, αλλά και της ενσωμάτωσης, μετά από δέκα σχεδόν χρόνια ένοπλου αγώνα. Η επανεμφάνισή του, ακόμα και αν αναμοχλευθεί από κρατικές στρατηγικές επαναπροσδιορισμού της θέσης της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και επανεξόρμησης στο Ελντοράντο των Βαλκανίων ή της Μέσης Ανατολής, πάντα θα ελκύει και θα στηρίζεται σε εκείνους τους μηχανισμούς που κατάγονται από τους υποστηρικτές εκείνης της περιόδου (πολιτικά κόμματα της δεξιάς και της ακροδεξιάς, εκκλησία, σωματεία αποστράτων κλπ). Η οποιαδήποτε συμπόρευση ή ακόμα και σύμπλευση με τέτοιους μηχανισμούς πλήττει την αριστερά.

Ο εθνικισμός αποτελεί συνολική διαστρέβλωση και της εθνικής ιδεολογίας, αλλά και της ιστορίας, που έχει αποδείξει ότι τα λαϊκά στρώματα –σε αντίθεση με ντεφαιτιστικές λογικές- ήταν εκείνα που μπήκαν πάντα μπροστά στην υπεράσπιση της πατρίδας γιατί καταλαβαίνουν πολύ καλά τι σημαίνει διπλή κατοχή (και από την αστική τάξη της πατρίδας τους και από την ξένη αστική τάξη). Η υπεράσπιση των υπαρκτών υλικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων στη χώρα μας προϋποθέτει και την υπεράσπιση του χώρου που ζουν, εργάζονται και αναπαράγονται τα στρώματα αυτά από ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και ξένες εισβολές. Σε εκείνες τις στιγμές καθήκον της εργατικής τάξης δεν είναι βέβαια να υποταχθεί στα αστικά συμφέροντα και να εμπλακεί σε πολεμικές αναμετρήσεις που θα στηρίζουν τις τυχοδιωκτικές υποϊμπεριαλιστικές επιδιώξεις των αστών, αλλά να προβάλει η ίδια ως ηγεμονική δύναμη «του έθνους» αναδεικνύοντας ότι μόνο η κοινωνική ανατροπή μπορεί να εξασφαλίσει την ειρήνη και την λαϊκή ανεξαρτησία. Και αυτό βέβαια δεν θα γίνει με την εμπλοκή σε επιθετικές πολεμικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις για την προάσπιση «ζωτικών χώρων» τύπου ακατοίκητων βραχονησίδων και ΑΟΖ που δεν σχετίζονται με την εξυπηρέτηση των υλικών λαϊκών συμφερόντων και για τους οποίους η κατεύθυνση θα πρέπει να είναι η ειρηνική διευθέτηση μεταξύ των γειτονικών λαών.

Του Δημήτρη Σαραφιανού, δικηγόρος και μέλος της ΠΓ της ΛΑ.Ε

Share.

Comments are closed.