Ανακοίνωση της ΑΡΑΣ, Μάρτιος 2025
-
Η συμπύκνωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας
Οι δύο τεράστιοι κύκλοι συγκεντρώσεων που έγιναν για το κρατικό έγκλημα των Τεμπών αφήνουν ένα βαθύ αποτύπωμα στην πολιτική συγκυρία. Ιδιαίτερα η απεργία της 28ης Φεβρουαρίου ήταν μία από τις μεγαλύτερες λαϊκές κινητοποιήσεις στην ιστορία της χώρας, με τη συμμετοχή στις συγκεντρώσεις σε πανελλαδική κλίμακα να ξεπερνάει τα 2 εκατ. διαδηλωτές, υπερβαίνοντας τις μεγάλες αντιμνημονιακές διαδηλώσεις, αλλά και την πορεία του Πολυτεχνείου στις 24 Νοεμβρίου του 1974. Επιπλέον, η συμμετοχή στην απεργία ήταν πολύ υψηλή, ενώ σημειώθηκαν σε μεγάλη κλίμακα φαινόμενα, όπως το κλείσιμο πάρα πολλών μικρών καταστημάτων, καταστημάτων εστίασης, αλλά και μεγάλων αλυσίδων super market κ.λπ. έστω για τις ώρες της συγκέντρωσης, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην επαρχία.
Το δυστύχημα των Τεμπών και η μεταγενέστερη κρατική – κυβερνητική διαχείριση του, παράγουν ιδιαίτερη συγκινησιακή φόρτιση και στοιχεία ταύτισης για μεγάλα τμήματα του λαού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την μαζικοποίηση των διαμαρτυριών και την κινητοποίηση ταξικών μερίδων, που, σε μεγάλο βαθμό, είχαν αποσυρθεί από την πολιτική σκηνή μετά το 2015, αλλά ακόμα και στρωμάτων με πιο συντηρητική πολιτικοϊδεολογική τοποθέτηση που δεν έχουν εμπλακεί ξανά σε κινητοποιήσεις. Η κινητοποίηση τέτοιων στρωμάτων, αλλά και η ευρύτατη κοινωνική αποδοχή του αγώνα για τα Τέμπη είναι το στοιχείο που κλονίζει την κυβέρνηση. Παράλληλα, είναι συντριπτικό το ποσοστό (πλησιάζει το 80%) που εμφανίζεται στις έρευνες γνώμης να είναι πεπεισμένο ότι έχει υπάρξει συγκάλυψη των αιτίων του δυστυχήματος με πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ. Έτσι, το πολιτικό στίγμα των διαδηλώσεων υπερβαίνει την μερικότητα του αιτήματος για απόδοση δικαιοσύνης και παίρνει συνολικότερη αντικυβερνητική χροιά. Αυτή η εισβολή του λαϊκού παράγοντα στο πολιτικό προσκήνιο, αν είχε συνέχεια, θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντική αποσταθεροποίηση στην κυβέρνηση, οδηγώντας ακόμα και στην ανατροπή της.
Στον πυρήνα των κινητοποιήσεων για τα Τέμπη βρίσκεται η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια για πολλαπλές πτυχές της κυβερνητικής πολιτικής, που εκφράστηκε ήδη από τις αυτοδιοικητικές εκλογές και τις ευρωεκλογές, χωρίς να βρίσκει πολιτική ή κινηματική διέξοδο. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η διάψευση των προσδοκιών ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων, η διάλυση των δημόσιων αγαθών, του συστήματος υγείας, της παιδείας κ.ο.κ., αλλά και η εξάντληση της επιδοματικής πολιτικής Μητσοτάκη, η οποία ήταν συγκυριακή, πλήττουν την κυβέρνηση. Αντίστοιχα, στη φθορά της έχει παίξει σημαντικό ρόλο η αποκάλυψη – σε πολλές και διαφορετικές περιστάσεις – της αυταρχικής κυβερνητικής διαχείρισης, αλλά και των πολλαπλών εκτροπών που επιχειρούνται με την οικοδόμηση μηχανισμών παρακρατικής υφής και τον καθολικό έλεγχο των ΜΜΕ και κυρίως του δικαστικού μηχανισμού. Τόσο η υπόθεση των υποκλοπών, όσο και η εκτροπή που επιχειρήθηκε με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και αναδείχθηκε από τους μεγάλους αγώνες της νεολαίας, έχουν παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη συσσώρευση της λαϊκής δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα σε ευρύτερα προοδευτικά ακροατήρια.
Η πίεση που εισπράττει η κυβέρνηση έχει οδηγήσει και στις πολλαπλές αλλαγές γραμμής με τις οποίες εμφανίστηκε μετά την κινητοποίηση της 26ης Ιανουαρίου. Όσο πλησίαζαν οι συγκεντρώσεις της 28ης Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση επιχείρησε να εισάγει με ένταση την κατεύθυνση του αυταρχισμού και της τρομοκρατίας, το δίλημμα της «αποσταθεροποίησης της χώρας», αλλά και την απειλή της καταστολής, με πρόσχημα τις «προβοκάτσιες» που εφηύρε το κυβερνητικό κέντρο. Ούτε αυτή η προσπάθεια απέδωσε, αντίθετα προκάλεσε ακόμα περισσότερο το λαϊκό αίσθημα. -
Η κρατική καταστολή ως μέθοδος άμβλυνσης των πολιτικών επιπτώσεων των συγκεντρώσεων
Το μέγεθος και ο παλλαϊκός χαρακτήρας των διαδηλώσεων της 28ης Φλεβάρη θα μπορούσε να δρομολογήσει άμεσες πολιτικές εξελίξεις. Η κυβέρνηση επιχείρησε – μέχρι ενός σημείου επιτυχημένα – να τις διαχειριστεί με βασικό μέσο την κρατική καταστολή. Η συγκέντρωση της Αθήνας δέχτηκε απρόκλητα και βαριά κατασταλτικά χτυπήματα, ώστε να διαλυθεί και να μην παραμείνει μπροστά στη βουλή. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι, παρόλο που η συγκέντρωση (από πλευράς ομιλιών) είχε ολοκληρωθεί, δεκάδες χιλιάδες πολίτες προσπαθούσαν να εισρεύσουν στο Σύνταγμα, το οποίο κατά την διάρκεια των ομιλιών ήταν απροσπέλαστο. Εφόσον η συγκέντρωση δεν διαλυόταν, υπήρχε η διάθεση να παραμείνουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στο Σύνταγμα. Κάτι τέτοιο θα διαμόρφωνε το ενδεχόμενο να δοθεί τόνος παραμονής, συνέχισης και επανάληψης των κινητοποιήσεων με μία πιο σταθερή μορφή, οξύνοντας περαιτέρω τις συνθήκες κρίσης για την κυβέρνηση. Ωστόσο, σε αντίθεση με την περίοδο 2010 – 2012, δεν υπήρχαν ή ήταν απρόθυμες οι πολιτικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν να προπαγανδίσουν ή να οργανώσουν μία τέτοια πρωτοβουλία. Το γεγονός ότι ορισμένα από τα μπλοκ της αριστεράς αποχώρησαν αμέσως από το Σύνταγμα, διευκόλυνε την επιτυχία της κυβερνητικής διαχείρισης. Αντίστοιχα, η παραμονή για ώρες μέχρι την βίαιη διάλυση των μπλοκ των Φοιτητικών Συλλόγων, της Ενωτικής Πρωτοβουλίας ΜέΡΑ25|Ανατρεπτική Οικολογική Αριστερά και άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς που παρέμειναν συγκροτημένα και επιχείρησαν να προσεγγίσουν το Σύνταγμα, έπαιξε ρόλο στην μαζική και οργανωμένη παρουσία του κόσμου μπροστά στη Βουλή. Αν η μαζική παρουσία του πλήθους είχε διατηρηθεί μέχρι το βράδυ, θα μπορούσε να δημιουργήσει διαφορετικά πολιτικά δεδομένα. Ωστόσο, η διάλυση των συγκεντρώσεων δεν μπορεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα, ούτε να αναιρέσει τις πιέσεις που θα εξακολουθήσει να δέχεται η κυβέρνηση από την τόσο εκτεταμένη κοινωνική συμμετοχή στις συγκεντρώσεις.
Σημαντικό ρόλο στην δυνατότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί το μέγεθος της συγκέντρωσης έπαιξε η αξιοποίηση της δράσης προβοκατόρικων ομάδων που δημιούργησαν τις αφορμές για να δικαιολογήσει η αστυνομία την κατασταλτική βία που άσκησε με σκοπό να διαλύσει την συγκέντρωση. Η δράση τους και μάλιστα σε μία τέτοιου μεγέθους και χαρακτηριστικών συγκέντρωση αντικειμενικά διευκολύνει την κυβέρνηση και τους κρατικούς μηχανισμούς ανεξάρτητα αν καθοδηγείται από αυτούς. Άλλωστε, για αυτούς τους λόγους η κυβέρνηση πριν από την συγκέντρωση της 28ης Φλεβάρη διακινούσε φήμες για εκτεταμένα επεισόδια. Από την μια για να τρομοκρατήσει τμήματα του λαού, ώστε να μην μαζικοποιήσουν την συγκέντρωση και από την άλλη για να προετοιμάσει για την άσκηση ευρύτατης καταστολής, ώστε να αποφύγει την πολύωρη παραμονή των λαϊκών μαζών στην πλατεία Συντάγματος.
Σε αντίθεση με την επιχειρηματολογία που διακινείται από διάφορες πλευρές, δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση της μαζικής αυτοάμυνας του λαϊκού κινήματος σε στιγμές επίθεσης των κρατικών μηχανισμών και όξυνσης των πολιτικών συγκρούσεων με τη δράση περιθωριακών ομάδων. Ένα από τα καθοριστικά ζητήματα αφορά στο ποιος έχει την πρωτοβουλία και σε τι στοχεύει. Εάν την πρωτοβουλία των επιθέσεων την έχουν οι κρατικοί μηχανισμοί επιδιώκοντας να διαλύσουν την ανάπτυξη του κινήματος (μαζικές συγκεντρώσεις) ή να επιβάλλουν απαγορεύσεις και πειθαρχικά μέτρα, τότε οι κινήσεις άμυνας είναι καταρχήν νομιμοποιημένες και θεμιτές. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, βέβαια, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο ευρύτερος πολιτικοϊδεολογικός συσχετισμός, η αποδοχή ή έστω η ανοχή της πλειοψηφίας των λαϊκών στρωμάτων. Όπως επίσης είναι σημαντικό ζήτημα ο βαθμός νομιμοποίησης των φορέων που υλοποιούν μία αντιπαράθεση. Όσο και αν φαίνεται (και να είναι) μία αντιπαράθεση δίκαιη, δεν μπορεί να γίνεται ερήμην ή χωρίς την ανοχή φορέων του μαζικού κινήματος (συνδικάτων, συλλόγων, κομμάτων) κ.λπ.
Το βασικότερο όμως ζήτημα είναι ότι οι λαϊκές μάζες που συμμετέχουν σε ανάλογες κινητοποιήσεις και οι οποίες είναι οι μόνες που θα μπορούσαν να οριοθετήσουν – και αυτό συγκυριακά – την κρατική καταστολή είναι πολιτικά και ιδεολογικά απροετοίμαστες και ανοργάνωτες για κάτι τέτοιο. Όσες εκατοντάδες χιλιάδων ανθρώπων και να είναι συγκεντρωμένοι, δεν μπορούν εξατομικευμένα να αντιμετωπίσουν το χημικό πόλεμο και τα δακρυγόνα χωρίς ένα τμήμα τους να είναι οργανωμένο στους φορείς του μαζικού κινήματος. Άλλωστε, το πλήθος αυτό είναι ετερογενές από πλευράς πολιτικών, οργανωτικών και φυσικών δυνατοτήτων. Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, γονείς με παιδιά, άνθρωποι που δεν έχουν εμπειρία από διαδηλώσεις, άνθρωποι που έχουν μία ενδιάμεση πολιτική τοποθέτηση και δεν έχουν την πρόθεση να συγκρουστούν με την αστυνομία, δεν μπορούν να γίνονται αντικείμενο των πρωτοβουλιών μίας πολύ περιορισμένης ομάδας ατόμων με συγκεκριμένα ηλικιακά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η ίδια η συγκέντρωση της 28ης Φλεβάρη έδειξε τα όρια, όσο δεν συγκροτούνται οι πρωτοβουλίες των πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς και των φορέων του μαζικού κινήματος για την περιφρούρηση από την κρατική καταστολή. -
Η κυβερνητική πολιτική μετά την 28η Φλεβάρη
Η ένταση και η έκταση της λαϊκής δυσαρέσκειας επιβεβαιώνει την εκτίμησή μας ότι οι πολιτικές και εκλογικές τοποθετήσεις ενός μεγάλου τμήματος των λαϊκών στρωμάτων, μετά τις τεκτονικές μεταβολές που επέφερε η πενταετία των αντιμνημονιακών αγώνων, χαρακτηρίζονται από πρωτοφανή ρευστότητα για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα. Η ευκολία με την οποία εξανεμίστηκε το 41% που κατέγραψε η ΝΔ πριν λιγότερο από δύο χρόνια είναι ενδεικτική. Υπογραμμίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει – και δεν υπήρξε – ενεργητική συναίνεση στην πολιτική της ΝΔ, ούτε εκτεταμένες συμμαχίες. Η διακυβέρνηση της ΝΔ βασίστηκε στην υποστήριξη του συνόλου των δυνάμεων του κεφαλαίου και του ιμπεριαλιστικού παράγοντα, στην αυταρχική κρατική διαχείριση και στην απόδοση τεράστιων πόρων και πλεονεκτημάτων στο κεφάλαιο, εγχώριο και διεθνές, μαζί με περιορισμένα ανώτερα μεσοστρώματα. Αλλά και στην ανυπαρξία πολιτικής αντιπολίτευσης και εναλλακτικών στρατηγικών, ακόμα και εντός του αστικού πλαισίου. Μια τέτοια διαχείριση δεν είναι εύκολο να συνεχίζεται επ’ άπειρον χωρίς κλυδωνισμούς. Ωστόσο, δεν παύει να ισχύει το γεγονός ότι η διακυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιτύχει
μια πολύ μεγάλη αλλαγή των συσχετισμών δύναμης, μεγάλη ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής ισχύος των δυνάμεων του κεφαλαίου, αλλά και, κυρίως, την αποδιοργάνωση των συλλογικών εκφράσεων των λαϊκών τάξεων, αποτελέσματα που οι δυνάμεις του κεφαλαίου θέλουν να διατηρήσουν και να εμβαθύνουν.
Σε αντίθεση με το ανοδικό, προοδευτικό και ριζοσπαστικό ρεύμα της περιόδου 2010 – 2012, οι σημερινές κινητοποιήσεις φέρουν τα αποτελέσματα των μετατοπίσεων που έχουν επαχθεί στο λαϊκό παράγοντα, ιδιαίτερα τα χρόνια μετά το 2015. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με τις τάσεις που αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις, παρά τις τεράστιες κινητοποιήσεις και την ευρύτατη λαϊκή δυσαρέσκεια και οργή, δεν ενισχύονται αριστερές πολιτικές δυνάμεις, αλλά ούτε και η συστημική αντιπολίτευση. Η βασικότερη διαφορά από την περίοδο 2010 – 2012 είναι ότι τότε υπήρχε η προσδοκία μίας πολιτικής εναλλακτικής, η οποία μάλιστα κινούνταν σε σαφώς πιο αριστερή κατεύθυνση από τα τότε καθεστωτικά αστικά κόμματα, ενώ σήμερα φαίνεται να μην υπάρχει πολιτικός φορέας που να μπορεί να αποτελέσει υποδοχέα της λαϊκής δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα σε προοδευτική κατεύθυνση.
Τα δεδομένα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα τη δυσκολία παραγωγής άμεσων πολιτικών αποτελεσμάτων από τις κινητοποιήσεις των Τεμπών. Η ΝΔ δέχεται μεν πιέσεις, ωστόσο το γεγονός ότι υπάρχουν όρια στην επίδρασή τους στην πολιτική σκηνή καθιστά δυσκολότερη την αποσταθεροποίησή της. Εάν δεν συνεχιστούν οι κινητοποιήσεις και μάλιστα με τροποποιημένα χαρακτηριστικά, δηλαδή με συστηματικότητα, ριζοσπαστικοποίηση, συγκρουσιακό τόνο, το ενδεχόμενο όξυνσης της πολιτικής κρίσης σε σύντομο χρόνο δεν είναι πιθανό. Αντίστοιχα, δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ώριμα ενδεχόμενα εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου. Τα σενάρια συγκρότησης ενός πόλου της «κεντροαριστεράς» δεν φαίνεται να ευοδώνονται, ή έστω να προχωρούν, ούτε να υποστηρίζονται από τμήματα της αστικής τάξης. Σε κάθε περίπτωση, τα ενδεχόμενα αυτοδυναμίας της ΝΔ σε επόμενες εκλογές, πριν την ολοκλήρωση της τετραετίας περιορίζονται δραματικά και θα απαιτούσαν πραξικοπηματικές αλλαγές στον εκλογικό νόμο, με αμφίβολα αποτελέσματα. Ως εναλλακτικό σενάριο παραμένει κάποια μορφή κυβέρνησης συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ ή και με την ακροδεξιά, υπό την προϋπόθεση εσωτερικών ανακατατάξεων στη ΝΔ και με ενδεχόμενο μη ανάληψης της θέσης του πρωθυπουργού από τον Μητσοτάκη.
Με βάση τα παραπάνω, η κυβέρνηση θα επιδιώξει α) να επιλύσει τις διάφορες επιχειρηματικές εκκρεμότητες οι οποίες την ενδιαφέρουν β) να αναλάβει πρωτοβουλίες (ιδιωτικοποιήσεις, ενέργεια, ιδιωτικά πανεπιστήμια, διαγραφές φοιτητών), ώστε να αναδείξει στα κέντρα εξουσίας και στις ηγετικές μερίδες του κεφαλαίου ότι είναι ο μόνος πολιτικός σχηματισμός ο οποίος μπορεί σε κυβερνητικό επίπεδο να επιβάλει τα αναγκαία μέτρα για την διατήρηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και την πολιτική σταθερότητα γ) να κερδίσει χρόνο, ώστε να εκτονώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια, αντιμετωπίζοντάς την με την κρατική καταστολή, αλλά και ενδεχόμενα με αλλαγές του εκλογικού νόμου ώστε να διαχειριστεί την κρίση νομιμοποίησης στην οποία έχει περιέλθει.
Ο ανασχηματισμός αποτυπώνει αυτή την πολιτική κατεύθυνση. Η αναβάθμιση ή είσοδος συγκεκριμένων προσώπων στο κυβερνητικό σχήμα, έχει σαν στόχο την περαιτέρω έμφαση στις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ αποτυπώνει την προτεραιότητα προώθησης ενός συνόλου επιχειρηματικών συμφωνιών, παράλληλα με ανοίγματα σε καπιταλιστικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται μεταξύ άλλων στον τομέα της ενέργειας και της διαχείρισης απορριμμάτων, που ελέγχουν μεγάλα ΜΜΕ και
διατηρούσαν αποστάσεις από την κυβέρνηση. Η διατήρηση της υπάρχουσας ηγεσίας στα Υπουργεία Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη αντανακλούν την επιλογή εμβάθυνσης της καταστολής. Η μετακίνηση του Μ. Βορίδη στο Υπουργείο Μετανάστευσης έχει πολιτική και ιδεολογική σημασία, σε μία προσπάθεια διείσδυσης στο ακροδεξιό ακροατήριο. Η υπουργοποίηση του Ν. Παπαϊωάννου ως αρμόδιου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δείχνει ότι η κυβέρνηση έχει καταρχήν απορρίψει τον όποιον συμβιβασμό με την πανεπιστημιακή κοινότητα για το ζήτημα των διαγραφών, αλλά και ότι θα επιδιώξει να εμβαθύνει τις πειθαρχικές διαδικασίες μέσα στα πανεπιστήμια (ελεγχόμενη είσοδο, κάμερες, πειθαρχικά).
Πάντως, η κυβέρνηση δεν φαίνεται ότι μπορεί εύκολα να υπερβεί την κρίση νομιμοποίησης την οποία αντιμετωπίζει. Ωστόσο διευκολύνεται από το ότι α) η αντιπολίτευση είναι και αυτή εξαιρετικά φθαρμένη και δεν μπορεί να συγκροτήσει ένα εναλλακτικό κυβερνητικό μπλοκ β) ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια παίρνει ρευστά χαρακτηριστικά, τα οποία ενεργοποιούνται κυρίως με βάση το θυμικό και όχι με συμπαγή πολιτικά αιτήματα, τα οποία να μπορούν να συναρθρώσουν ένα πολιτικό πρόγραμμα γ) ότι οι λαϊκές μάζες οι οποίες κινητοποιήθηκαν στις συγκεντρώσεις για τα δύο έτη από τα Τέμπη έχουν μικρή σύνδεση με μαζικούς φορείς όπως κόμματα, συνδικάτα, συλλόγους ή και λαϊκές πρωτοβουλίες. Αυτή είναι μία σημαντική διαφορά σε σχέση με το 2010-2012, που καθιστά την κυβέρνηση περισσότερο ανθεκτική απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις, παρά το γεγονός ότι οι κινητοποιήσεις της 28ης Φεβρουαρίου του 2025 είχαν καθολικά χαρακτηριστικά και ήταν μαζικότερες από αυτές τις περιόδου 2010-2015. Έτσι, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να διευρύνει την πρωτοβουλία των κινήσεων με ειδική στόχευση έναντι των κοινωνικών υποκειμένων και των πολιτικών δυνάμεων οι οποίες μπορούν να παρέμβουν δυναμικά σε νέες κινητοποιήσεις ή να της δημιουργήσουν περαιτέρω πολιτική φθορά. -
Η κρίση των πολιτικών δυνάμεων της συστημικής αντιπολίτευσης και η αριστερά
Μέσα στο πλαίσιο του ελλείμματος νομιμοποίησης της κυβέρνησης, εκδηλώνεται μία γενικότερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που αφορά ευρύτερα τις πολιτικές δυνάμεις. Εμφανίζεται το φαινόμενο να αποδυναμώνεται ή να μένει στάσιμη η καθαυτό συστημική αντιπολίτευση και να ενισχύονται προσωποπαγή ακροδεξιά ή κεντρώα κόμματα, όπως η Πλεύση Ελευθερίας. Τα βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορούν να τροφοδοτηθούν από την κίνηση των μαζών, αντίθετα εμφανίζουν πτωτική πορεία, παρά την σημαντική φθορά της ΝΔ. Θεωρούνται συνυπεύθυνα όχι μόνο για το έγκλημα των Τεμπών, αλλά και ευρύτερα για τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα λαϊκά στρώματα. Η συλλογική μνήμη της κυβερνητικής διαχείρισης και της εφαρμογής των μνημονίων παραμένει ενεργή, αλλά και, το κυριότερο, τα κόμματα αυτά δεν εκφράζουν καμία ουσιαστικά διαφορετική πολιτική στρατηγική, πράγμα που γίνεται ενστικτωδώς αντιληπτό από τις λαϊκές τάξεις. Ιδιαίτερα δε για την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι εμφανείς οι επιπτώσεις του διασυρμού και της διάλυσης που επέφερε η προεδρία Κασσελάκη, στοιχεία που δεν παραγράφονται, αλλά λειτουργούν προσθετικά στην συνολικότερη φθορά του, που έχει προκύψει την περίοδο 2019 – 2023. Αντίστοιχα, κόμματα όπως η Νέα Αριστερά, που παραμένουν εγκλωβισμένα σε μια στρατηγική όμορη με αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς διακριτές διαφορές και με το στίγμα της επίμονης υπεράσπισης της διακυβέρνησης του 2015 – 2019, δεν μπορούν να εκφράσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Το ΚΚΕ, στην ουσία επαναλαμβάνει, κατ’ αναλογία, την ίδια στρατηγική που υιοθέτησε το 2010 – 2012. Δεν μπορεί να δώσει κάποια προοπτική νίκης στις κινητοποιήσεις, ούτε να εμβαθύνει το πολιτικό τους πλαίσιο, ή τα ριζοσπαστικά τους χαρακτηριστικά. Αρνείται να προβάλει συγκεκριμένα αιτήματα, ακόμα και αυτά που θα όφειλαν να είναι αυτονόητα, όπως η κρατικοποίηση του σιδηροδρόμου και ευρύτερα των μεταφορών και η διεκδίκηση της αντιστροφής των ιδιωτικοποιήσεων στρατηγικών υποδομών, με τη γνωστή επιχειρηματολογία της παραπομπής όλων των προβλημάτων όταν θα ωριμάσουν οι συνθήκες, δηλαδή κατά την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Αρνείται να θέσει στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης το επίδικο της ανατροπής της κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά και κάθε αίτημα που θα μπορούσε να εμβαθύνει το περιεχόμενο των κινητοποιήσεων και να τους δώσει προοπτική, περιοριζόμενο στην κλασική «υπερεπαναστατική» ρητορική της «συνολικής αντιπαράθεσης με το καπιταλιστικό σύστημα». Επιπλέον, αρνείται κάθε κινηματικό συντονισμό με τις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς, ενισχύοντας τον κατακερματισμό και τις αντιθέσεις, που είναι απωθητικές για τις ευρύτερες μάζες, ιδιαίτερα σε αυτή τη συγκυρία που εξακολουθεί να κυριαρχεί η απογοήτευση και η δυσπιστία.
Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους, ακόμα και με την περίοδο 2010 – 2012, οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν απωλέσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές τους εκπροσωπήσεις, και έχουν δυσκολία να επιδράσουν, πολλώ δε μάλλον να αποκτήσουν κάποιου είδους πρωτοβουλία των κινήσεων, ενώ εμφανίζονται τα αποτελέσματα των πολλαπλών κατακερματισμών. Έτσι δεν μπορούν να εκφράσουν με επαρκή τρόπο και πολιτικούς όρους ένα τμήμα των λαϊκών τάξεων που αποστρέφεται τις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις. Παρά το γεγονός ότι, μέχρι ενός σημείου, τα αιτήματα των κινητοποιήσεων των Τεμπών περιλαμβάνουν πλευρές ενός στρατηγικού προγράμματος (κρατικοποίηση των σιδηροδρόμων και άλλων δημόσιων τομέων), και επιπλέον έχουν σαφή αντικυβερνητικό προσανατολισμό, η ριζοσπαστική αριστερά επιδεικνύει στασιμότητα στην πολιτική της επιρροή σε μία ευνοϊκή περίοδο ρευστότητας. Έτσι, δεν κερδίζει σε πολιτική επιρροή, σε αντίθεση με προσωποπαγή μορφώματα όπως η Πλεύση Ελευθερίας. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με την ευρύτερη ιδεολογική συγκυρία που οδηγεί τους ψηφοφόρους σε ενδιάμεσες λύσεις χωρίς σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, σχετίζεται όμως και με την αδυναμία ο ευρύτερος αυτός χώρος, να επικοινωνήσει με οργανωτικούς, ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους με τμήματα των λαϊκών τάξεων που αποδεσμεύονται από την πολιτική επιρροή των συστημικών κομμάτων. -
Για τις αναγκαίες πολιτικές παρεμβάσεις την επόμενη περίοδο
Η λαϊκή κινητοποίηση και η αντιπαράθεση που έχει ξεκινήσει με αφορμή το έγκλημα των Τεμπών θα είναι μία σύγκρουση με διάρκεια, δυσκολίες και αντιφάσεις. Πρόκειται αναμφίβολα για την μεγαλύτερη στιγμή κλονισμού της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά και αξιοσημείωτης, έστω και ατελούς, εισβολής των μαζών στο προσκήνιο. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, παρά τις αδυναμίες, η πολιτική επίπτωση αυτών των κινητοποιήσεων θα έχει πιο μακροπρόθεσμο χαρακτήρα και θα οδηγήσει σε μεταβολές. Ανάλογα με την συνέχιση ή μη των κινητοποιήσεων, η ΝΔ είναι πιθανό να επιλέξει μία επιθετική πολιτική, ιδιαίτερα σε μια σειρά από πεδία, που φαίνονται δευτερεύοντα σήμερα σε σχέση με το θέμα των Τεμπών, ωστόσο έχουν ειδική σημασία για το κοινωνικό κίνημα, όπως είναι τα ζητήματα που αφορούν στον όξυνση του αυταρχισμού, αλλά και στην καταστολή και την πειθάρχηση της φοιτητικής νεολαίας με κέντρο το ζήτημα των διαγραφών φοιτητών. Επιπρόσθετα, θα επιλέξει την ένταση της πολιτικής της λιτότητας, αλλά και της εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, δεδομένων και των ευρύτερων εξελίξεων σε επίπεδο ΕΕ, την προετοιμασία σχεδιασμών ακόμα μεγαλύτερης περικοπής των κοινωνικών
δαπανών, σε συνδυασμό με τις ρήτρες διαφυγής από το Σύμφωνο Σταθερότητας για τις εξοπλιστικές δαπάνες.
Σε αυτές τις συνθήκες, τα καθήκοντα για τη ριζοσπαστική αριστερά είναι πολλαπλά. Σε πρώτο επίπεδο τίθεται το ζήτημα της συνέχισης των κινητοποιήσεων, που είναι παράγοντας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αποδυνάμωση την κυβέρνηση της ΝΔ και ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις μεσοπρόθεσμα. Για να μπορέσει να ευοδωθεί μία τέτοια κατεύθυνση, υπάρχουν μια σειρά από προϋποθέσεις, όπως η συναίνεση των συγγενών των θυμάτων και η ανάληψη πρωτοβουλιών από τη μεριά τους για τη συνέχιση των κινητοποιήσεων. Η γενική απεργία της 9ης Απρίλη 2025 μπορεί να αποτελέσει ένα εφαλτήριο για περαιτέρω συνέχιση των κινητοποιήσεων. Πέρα όμως από αυτό, είναι απαραίτητος ένας κινηματικός συντονισμός των δυνάμεων της αριστεράς, προκειμένου να μπορεί αναληφθούν πρωτοβουλίες που να έχουν μαζικότητα, και να δώσουν έναν αντικυβερνητικό πολιτικό τόνο. Τέτοιες πολιτικές πρωτοβουλίες θα έπρεπε να έχουν ως στόχο να προκαλούν επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις κεντρικού χαρακτήρα, που θα διατηρούν ωστόσο μία ευρεία μαζικότητα, επομένως θα είχαν ως προϋπόθεση μία αντίληψη μετωπικών συνεργασιών στο κίνημα που θα ξεπερνά τη ριζοσπαστική αριστερά, θα βάζει μπροστά τους μαζικούς χώρους και θα εμπλέκει όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις. Άλλωστε, όλη την τελευταία περίοδο έχει αποδειχθεί με ιδιαίτερη ένταση ότι οι ενωτικές κινητοποιήσεις, αλλά και οι συνεργασίες στους κοινωνικούς χώρους για τα βασικά κινηματικά μέτωπα είναι το στοιχείο που μπορεί να κινητοποιήσει ευρύτερες μάζες, οι οποίες απωθούνται από τον πολυκατακερματισμό και τις ταυτοτικές κινήσεις.
Ένα από τα βασικά ζητήματα της περιόδου παραμένει η πολιτική έκφραση των κοινωνικών αγώνων και της λαϊκής δυσαρέσκειας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διατήρησε την κεντρική της θέση στην πολιτική σκηνή βασισμένη στο γεγονός ότι υπάρχει απουσία πολιτικής αντιπολίτευσης που θα μπορούσε να δώσει πολιτική έκφραση στις λαϊκές τάξεις. Η συνθήκη αυτή ισχύει και στη σημερινή συγκυρία και παράγει σημαντικές δυσκολίες, παρά την έκρηξη του αυθόρμητου των μαζών. Επιπλέον, η απουσία ριζοσπαστικού, αριστερού πολιτικού πόλου διευκολύνει τη συντηρητική μετατόπιση τμημάτων των λαϊκών μαζών, η οποία δημιουργεί χώρο στην ακροδεξιά, που επιχειρεί να εμφανίσει ένα «αντισυστημικό» προφίλ, επενδύοντας στη λαϊκή δυσαρέσκεια. Σήμερα είναι απόλυτα ορατή η ανάγκη ενός τέτοιου ριζοσπαστικού πόλου αγωνιστικής πολιτικής αντιπολίτευσης, αλλά και η ανάγκη για πολιτική έκφραση του μπλοκ αυτού. Το αστικό στρατόπεδο, αναγνωρίζοντας τις αντιφάσεις της δικής του στρατηγικής και τους κινδύνους όξυνσης και κοινωνικών συγκρούσεων που διαμορφώνει η πολιτική των ακραίων ανισοτήτων και της συσσώρευσης πλούτου και ισχύος, με τον ταυτόχρονο εξοβελισμό και την κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση αυτών των στρωμάτων, επενδύει στην αποδιοργάνωση των πολιτικών εκφράσεων των λαϊκών τάξεων. Μία όψη αυτής της διαδικασίας αφορά στην επίθεση που δέχθηκε στις εθνικές εκλογές του 2023 η Συμμαχία για τη Ρήξη, αλλά και στις ευρωεκλογές του 2024 η Ενωτική Πρωτοβουλία ΜέΡΑ25|Ανατρεπτική Οικολογική Αριστερά, στον βαθμό που αποτελεί τον βασικό χώρο που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις μίας αρκετά ριζοσπαστικής πολιτικής γραμμής, σε συνδυασμό με μία σχετικά μαζική αναφορά. Σήμερα, εκ νέου, αποδεικνύεται πόσο σοβαρά ήταν τα λάθη των πολιτικών κατευθύνσεων που προκρίνουν τον σεχταρισμό και τη λογική της αυτόκεντρης ανάπτυξης με βάση την απόλυτα λανθασμένη υπόθεση ότι η αποδιοργάνωση αριστερών σχηματισμών δίνει περιθώρια ανάπτυξης «από τα αριστερά». Αλλά και των πολιτικών κατευθύνσεων που, στην ουσία έχοντας τον ίδιο πυρήνα, κάνουν έναν πολιτικό διαχωρισμό «ρεφορμιστών – επαναστατών» και αδυνατούν να αντιληφθούν ότι μόνο η διεύρυνση ενός πολιτικού πόλου με ευρύτερες δυνάμεις μπορεί να δώσει τη δυνατότητα παραγωγής πολιτικών αποτελεσμάτων.
Οι δυσκολίες της ριζοσπαστικής αριστεράς στην επικοινωνία με τα λαϊκά στρώματα, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες κοινωνικές δικτυώσεις, έχει επιπτώσεις στις δυνατότητές της να εκφράσει πολιτικά ένα τμήμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε μία περίοδο σημαντικής αποδυνάμωσης των καθεστωτικών κομμάτων. Η σημαντική υποχώρηση της Ν.Δ. (που εν μέρει καλλωπίζεται από τις φιλικές στη Ν.Δ. εταιρείες) δημιουργεί ενδεχόμενα όξυνσης της κρίσης της και, υπό φυσιολογικές συνθήκες, απομακρύνει το ενδεχόμενο εκλογών εγγύτερα στο τέλος της τετραετίας. Εξίσου σημαντική είναι υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ και ακόμα περισσότερο η εκλογική αποδιάρθρωση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΕΑΡ. Σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις ο ΣΥΡΙΖΑ έχει συνολικά απωλέσει σε επίπεδο επιρροής το 23 -24% του συνόλου των εκλογέων σε σχέση με τις εκλογές του 2019 και ένα ποσοστό της τάξης του 10 – 12% σε σχέση τις εκλογές του 2023 και 2024. Στην πραγματικότητα τα μεγέθη είναι σημαντικά μεγαλύτερα, γιατί δεν υπολογίζουν την μεγάλη αύξηση της αποχής. Από αυτό το πολύ μεγάλο μπλοκ πολιτών που απομακρύνθηκε από το ΣΥΡΙΖΑ ειδικά τα τελευταία 2-3 χρόνια ο ευρύτερος χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν έχει επωφεληθεί σημαντικά. Σύμφωνα με τα δημοσκοπικά ευρήματα, παρότι υπάρχει μία αυξητική τάση πολιτικής επιρροής, αυτή είναι αναντίστοιχη με τις δυνατότητες και τις απαιτήσεις της περιόδου και δεν συνιστά μία σημαντική ανατροπή. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η εξέλιξη αυτή συμβαίνει σε μία περίοδο ιδιαίτερα ευνοϊκή από πλευράς κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών. Σε μία συγκυρία όπου λαϊκά στρώματα αποδεσμεύονται από την επιρροή των καθεστωτικών κομμάτων και κινητοποιούνται, ενώ, παράλληλα, είναι πιο θετικές οι συνθήκες για την εκ νέου εισαγωγή πλευρών ενός αριστερού προγραμματικού λόγου σε λαϊκά ακροατήρια. Η προτεραιότητα για την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη ως μίας ιδιαίτερα επιθετικής έκφρασης του μονοπωλιακού κεφαλαίου, κερδίζει έδαφος έναντι της «κανονικότητας» που πρόβαλε ως βασικό ιδεολογικό στοιχείο νομιμοποίησής της η κυβέρνηση. Ζητήματα όπως η επανακρατικοποίηση οικονομικών τομέων που διαχειρίζονται δημόσια αγαθά αποκτούν εκ νέου απήχηση σε μαζικά ακροατήρια. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια λόγω της συμπίεσης των όρων διαβίωσης τμημάτων των λαϊκών τάξεων, αμβλύνει τη δυσφήμιση που έχουν υποστεί προτάσεις για μία ριζικά διαφορετική πολιτική σε σύγκρουση με τις πολιτικές της Ε.Ε. Ωστόσο, οι σχετικά ευνοϊκές συνθήκες δεν οδηγούν σε μία ουσιώδη ανάκαμψη της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Αυτό κυρίως σχετίζεται με τις ευρύτερες ιδεολογικές μεταβολές της τελευταίας δεκαετίας. Έτσι, φαίνεται να ωφελείται πρωτίστως ένα προσωποπαγές κόμμα όπως η Πλεύση Ελευθερίας το οποίο δεν διαθέτει σαφή πολιτική ένταξη και πολιτικό πρόγραμμα και, υπό μία ευρεία έννοια, τοποθετείται στο κέντρο. Η άνοδος της Πλεύσης Ελευθερίας αντανακλά βαθύτερες ιδεολογικές διεργασίες, όπως η απονομιμοποίηση της διαίρεσης δεξιάς – αριστεράς σε μεγάλα τμήμα των λαϊκών στρωμάτων, ενώ είναι πιο εύπεπτη και λιγότερο δεσμευτική, στο βαθμό που δεν αναφέρεται σε κάποιο πολιτικό πρόγραμμα ή συμμετοχή σε οργανωτικές μορφές.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό είναι χρήσιμο σήμερα να προχωρήσει μια πολιτική πρόταση διεύρυνσης των πολιτικών συνεργασιών, με την συμβολή της Ενωτικής Πρωτοβουλίας ΜέΡΑ25|Ανατρεπτική Οικολογική Αριστερά, αλλά με ανοιχτό προσανατολισμό και χαρακτήρα, που θα καταλήξει σε πολιτικό συντονισμό, κοινές πρωτοβουλίες για να υπάρξει ενίσχυση της αγωνιστικής πολιτικής αντιπολίτευσης. Δεδομένης της στάσης όλων των πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς, η πρόταση αυτή μπορεί να απευθύνεται, πέραν της Ενωτικής Πρωτοβουλίας, σε δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, οργανωμένες ή μη, που αντιλαμβάνονται την ανάγκη της μετωπικής πολιτικής, σε ανένταχτο δυναμικό που αποστρατεύθηκε τα προηγούμενα χρόνια λόγω της απογοήτευσης και των πολυκατακερματισμών, αλλά και σε ένα δυναμικό που αποδεσμεύεται από το ΣΥΡΙΖΑ ή / και τη Νέα Αριστερά, έχοντας μία αυτοκριτική διάθεση σε σχέση με τις πολιτικές επιλογές της περιόδου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Η πρόταση αυτή δεν μπορεί να απευθύνεται στη Νέα Αριστερά συνολικά, στο βαθμό που, αφενός διατηρεί μία τροχιά επαναπροσέγγισης με τον ΣΥΡΙΖΑ και, αφ’ ετέρου, όχι μόνο δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη στοιχειώδους αυτοκριτικής για τις πολιτικές επιλογές της περιόδου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και τα αποτελέσματά τους, αλλά, αντίθετα, διατηρεί ως βασικό στοιχείο της αφήγησής της την αναφορά στο κυβερνητικό έργο και την αναγκαιότητα της μνημονιακής προσαρμογής, παρότι είναι επιλογές που έχουν αποδειχθεί καταστροφικές για τις πληττόμενες τάξεις. Αντίστοιχα, με αυτά τα δεδομένα, δεν υπάρχει ούτε πολιτικός χώρος, αλλά ούτε δυνατότητα παραγωγής αποτελεσμάτων για σχεδιασμούς που προκρίνουν έναν «τρίτο πόλο» αυτοτελούς παρέμβασης στην πολιτική σκηνή, σε διαρκή αμφιταλάντευση μεταξύ του σεκταρισμού και μίας περισσότερο ενωτικής φυσιογνωμίας στους κοινωνικούς χώρους και τα κοινωνικά μέτωπα.
Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις δείχνουν για ακόμα μια φορά ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια πολιτικής ανάκαμψης για τη ριζοσπαστική αριστερά και, πρωτίστως, περιθώρια για μία σχετική ανάταξη των συντηρητικών μετατοπίσεων και βελτίωση των συσχετισμών. Όπως και ότι υπάρχει ένα ευρύτερο ακροατήριο που εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό, ή θέλει να έρθει σε μία σχετική ρήξη με την κυρίαρχη αφήγηση που διαμορφώνει η αστική στρατηγική. Αυτό έχει αναδειχθεί και από τα αποτελέσματα στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις. Ακόμα περισσότερο, σήμερα αποδεικνύεται ότι υπάρχουν ευρύτερες μάζες που έχουν τη διάθεση να συγκρουστούν με την κυβερνητική πολιτική και να εμπλακούν σε κινηματικές διαδικασίες. Επιπλέον, ότι οι συσχετισμοί είναι ρευστοί και, όσο υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις στην αστική στρατηγική, θα διαμορφώνονται ρωγμές και δυνατότητες, που μπορεί να έχουν σημαντικές διαστάσεις και να δίνουν ευρύτερα περιθώρια άσκησης μιας μαζικής, αριστερής πολιτικής. Ωστόσο, κάθε ήττα ή αποτυχία επισωρεύεται στις αρνητικές μετατοπίσεις που έχουν επισυμβεί την τελευταία δεκαετία, αυξάνοντας τις δυσκολίες. Μαζί με την αισιοδοξία που αντλούμε από την νέα έκρηξη των κοινωνικών αγώνων, είναι απαραίτητο να έχουμε και την αναγκαία αποφασιστικότητα, για να προχωρήσουμε την υπόθεση της ριζοσπαστικής αριστεράς διαμορφώνοντας καλύτερες προϋποθέσεις για την επόμενη περίοδο.