Απόφαση της Ολομέλειας της ΑΡΑΣ

0

Τον Δεκέμβριο πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία η πανελλαδική Ολομέλεια της ΑΡΑΣ, με εξαιρετικά υψηλή συμμετοχή και ουσιαστική, ζωντανή συζήτηση. Δεκάδες σύντροφοι και συντρόφισσες συνέβαλλαν στην διαδικασία, μεταφέροντας εμπειρίες από τη δράση σε πλήθος μαζικών χώρων των εργαζομένων και της νεολαίας σε όλη την Ελλάδα, πολιτικές εκτιμήσεις για την συγκυρία, αλλά και την αποφασιστικότητα να δοθούν απαντήσεις στα μεγάλα πολιτικά καθήκοντα της περιόδου.

Στην Ολομέλεια συζητήθηκαν διεξοδικά οι διεθνείς εξελίξεις, η κλιμάκωση της επιθετικότητας του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού και ο ρόλος της χώρας στους νατοϊκούς σχεδιασμούς, αλλά και η αναγκαιότητα ενίσχυσης και θωράκισης του αντιιμπεριαλιστικού ρεύματος και κινήματος στην Ελλάδα.

Παράλληλα, έγινε αποτίμηση της εγχώριας πολιτικής κατάστασης, της αστικής στρατηγικής και των επιθέσεων της κυβέρνησης Μητσοτάκη σε δικαιώματα και λαϊκές κατακτήσεις, αλλά και των καθηκόντων που ανοίγονται για την Αριστερά και το κίνημα, σε συνθήκες πολιτική ρευστότητας.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην αποτίμηση της πολιτικής κατεύθυνσης της ΑΡΑΣ και στην αντιμετώπιση της στοχοποίησης που αυτή δέχεται, ως αποτέλεσμα της σταθερής ριζοσπαστικής και αντιιμπεριαλιστικής της στάσης, καθώς και της σημαντικής συμβολής της στους αγώνες, και ιδιαίτερα την περίοδο της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Συζητήθηκε ο σημαντικός ρόλος της ΛΑΕ-ΑΑ σε αυτές τις συνθήκες, η συμβολή της ΑΡΑΣ στην ενίσχυση και την αναβάθμιση της λειτουργίας και της παρέμβασης της, σε όλο το εύρος του λαϊκού κινήματος. Προτάχθηκε η αναγκαιότητα ενδυνάμωσης της ΛΑΕ -ΑΑ , αλλά και ευρύτερα του διακριτού στίγματος της στην ελληνική αριστερά και κοινωνία, μέσω του διαλόγου με οργανώσεις, ρεύματα και αγωνιστές, για την ενίσχυση του αντιιμπεριαλιστικού ρεύματος, με σαφή κομμουνιστική αναφορά, και λογική μαζικής απεύθυνσης στο λαό για τις ανάγκες και την οργάνωση των αγώνων.

Μέσα από τον συλλογικό διάλογο επιβεβαιώθηκε η ανάγκη για πολιτική και οργανωτική αναβάθμιση, για πιο αποφασιστική παρέμβαση στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες που έρχονται.

Με την ολοκλήρωση των διαδικασιών της Ολομέλειας, η οργάνωση βγαίνει με ενισχυμένη τη συλλογική αυτοπεποίθηση και σαφή προσανατολισμό για την επόμενη περίοδο. Με την απόφαση της Ολομέλειας, προκηρύσσεται η Γ’ Συνδιάσκεψη της ΑΡΑΣ, με στόχο τη συνολικότερη χάραξη πολιτικής κατεύθυνσης για την περίοδο που ανοίγεται, την πολιτικό-οργανωτική αναβάθμιση και την αποτίμηση της δράσης της, ώστε να συμβάλει πιο αποφασιστικά στην υπόθεση λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα, την μαζικοποίηση του και την ενίσχυση του ριζοσπαστικού και αντιιμπεριαλιστικού προσανατολισμού του, με μαζική απεύθυνση στον κόσμο της εργασίας και τη νεολαία.

Απόφαση της Ολομέλειας της ΑΡΑΣ (13-12-2025)

Τα χαρακτηριστικά της διεθνούς συγκυρίας

1. Η διεθνής συγκυρία εξελίσσεται πάνω στο έδαφος του ύστερου νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτός διαμορφώθηκε από το δυτικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ τις τελευταίες δεκαετίες. Τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου είναι: η διεθνοποίηση των αλυσίδων αξίας, η χρηματιστικοποίηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, η μεταφορά παραγωγής στην αναπτυσσόμενη περιφέρεια και η μικρή άνοδος των αμοιβών της εργασίας σε σχέση με την άνοδο της παραγωγικότητας. Αυτή η απόκλιση μεταξύ αμοιβών και ανόδου της παραγωγικότητας διαμορφώνει έναν ιδιαίτερα ευνοϊκό συσχετισμό για το κεφάλαιο. Oι κυρίαρχες τάξεις στα ιμπεριαλιστικά κράτη διατηρούν υψηλή την κερδοφορία του κεφαλαίου, ισχυροποιώντας παράλληλα την κοινωνική και οικονομική εξουσία τους, μέσω της έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων τάξεων. Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική εξακολουθεί να είναι επωφελής για τις αστικές τάξεις στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, γι’ αυτό και δεν υπάρχει κάποιο εναλλακτικό καθεστώς συσσώρευσης που να προωθείται από τμήματά τους. Σε αυτή την εξέλιξη, παίζει σημαντικό ρόλο η μεταφορά αξίας από τις αναπτυσσόμενες χώρες στις χώρες του δυτικού ιμπεριαλισμού ως αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με διάφορες μελέτες διαμέσου της άνισης ανταλλαγής, το διάστημα 1995 – 2021, οι αναπτυσσόμενες χώρες μεταβίβασαν στα ιμπεριαλιστικά κράτη της Δύσης παραγόμενες αξίες της τάξης των δεκάδων τρισεκατομμυρίων δολαρίων, συμβάλλοντας σημαντικά στην βελτίωση της κερδοφορίας του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου.
2. Παρά το γεγονός αυτό, το διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται από στοιχεία αστάθειας και από την εκδήλωση περιοδικών κρίσεων. Η χρηματιστικοποίηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού και η μεγάλη μετατόπιση παραγωγικών δραστηριοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες έχει σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή διάβρωση της τεχνολογικής πρωτοκαθεδρίας των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, την υποχώρηση της παραγωγικής τους βάσης, τη μείωση αυτών των μεταβιβάσεων αξίας ως ποσοστό του Α.Ε.Π. (ειδικά από την Κίνα) και την οικονομική και τεχνολογική άνοδο, πρωτίστως της Κίνας και δευτερευόντως άλλων κρατών, έτσι ώστε η υπεροχή της Δύσης να καθίσταται φθίνουσα.
3. Η άνοδος της Κίνας ως κεντρικού βιομηχανικού, τεχνολογικού και επενδυτικού πόλου αναδιαμόρφωσε τον διεθνή καταμερισμό εργασίας και τις αλυσίδες αξίας, μετατοπίζοντας μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής προς την Ασία. Η κινεζική συσσώρευση, βασισμένη σε υψηλό ρυθμό κρατικά σχεδιασμένων επενδύσεων, με τη σταδιακή αναβάθμιση της τεχνολογικής βάσης, διαμορφώνει ένα κρατικο – καπιταλιστικό υπόδειγμα διαφορετικό από το νεοφιλελευθερισμό, που καταρρίπτει τους μύθους ότι η «ιδιωτική πρωτοβουλία» είναι πάντοτε αποτελεσματικότερη από τον κρατικό σχεδιασμό και τον κρατικό τομέα της οικονομίας. Η Κίνα είναι η μόνη μεγάλη αναπτυσσόμενη χώρα που τα τελευταία 70 χρόνια μειώνει τις αποστάσεις από τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα την έξοδο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων από τις συνθήκες φτώχειας. Σε αντίθεση με την Κίνα, όλες υπόλοιπες αναπτυσσόμενες χώρες εξακολουθούν να διατηρούνται αμείωτες οι αποκλίσεις από τα ιμπεριαλιστικά κράτη. Τις τελευταίες δεκαετίες διαψεύδονται οι θεωρίες ότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού θα οδηγούσε σε αναβάθμιση των αναπτυσσόμενων κρατών. Εξαιρέσεις σε αυτή τη γενική τάση αποτελούν η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα, ο μετασχηματισμός των οποίων σε αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη καθορίστηκε από τις τεράστιες ενισχύσεις από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό για να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στην κομμουνιστική επέκταση στη Νοτιονατολική Ασία. Ακόμα όμως και η Κίνα, παρά την αναβάθμιση και την ισχυροποίησή της από πλευράς κατά κεφαλής εισοδήματος, εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμα και σε μονάδες αγοραστικής δύναμης σε σημαντική απόσταση από τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, ενώ οι διαφορές μειώνονται με αργούς ρυθμούς.
Οι εξελίξεις αυτές διαμορφώνουν νέους ανταγωνισμούς. Από τη συμπληρωματική σχέση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας που διήρκεσε από τη δεκαετία του 1990 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2010, διαμορφώνεται μία νέα φάση ανταγωνισμών που προκαλείται από την επιδίωξη των ΗΠΑ να ανακόψουν την οικονομική και διεθνή άνοδο της Κίνας.
4. Σήμερα, οι ΗΠΑ παρά την – σχετική – μείωση του διεθνούς οικονομικού τους ρόλου, εξακολουθούν να λειτουργούν ως οιονεί «συλλογικός εκφραστής» του δυτικού ιμπεριαλισμού. Μέσα από αυτή τη θέση, το αμερικανικό κράτος διαμορφώνει το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι υπόλοιπες δυτικές, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παρά τις επιμέρους τακτικές αντιθέσεις και διαφορές. Το σημερινό μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ. Όμως, η επέκτασή του αντιμετωπίζει όρια. Η μεγάλη αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, οι χρηματιστηριακές φούσκες (χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης) και οι φούσκες στον τομέα των ακινήτων διαμορφώνουν μία συνθήκη όπου η πραγματική παραγωγή και η εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας δεν μπορούν να εγγυηθούν τα μελλοντικά προσδοκώμενα κέρδη, δημιουργώντας τα δεδομένα για την εκδήλωση νέων και μεγαλύτερης έντασης κρίσεων.
5. Σε αυτό το πλαίσιο, τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη υιοθετούν μια επιθετική στρατηγική για να αποτρέψουν την ανατροπή της διεθνούς ιμπεριαλιστικής ιεραρχίας. Αυτή παίρνει πολλές μορφές. Τη στρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Ασίας, την περικύκλωση της Ρωσίας και της Κίνας, τις επεμβάσεις και τους πολέμους δι’ αντιπροσώπων. Παράλληλα, επιστρατεύεται μία τακτική «οικονομικού πολέμου»: με τις κυρώσεις, τους δασμούς, τις προσπάθειες αποκλεισμών από την πρόσβαση σε προηγμένες τεχνολογίες, την προσπάθεια ελέγχου κρίσιμων πρώτων υλών, την αναδιάταξη των αλυσίδων αξίας. Οι στόχος των αυτών των πολιτικών είναι ο περιορισμός της ανόδου ανταγωνιστικών πόλων και η αποκατάσταση της δυνατότητας του, υπό αμερικάνικη ηγεσία, δυτικού ιμπεριαλισμού, να διατηρεί τους όρους διεθνοποίησης του κεφαλαίου, προς όφελός του. Ωστόσο, η αποσύνδεση των παραγωγικών δομών των ΗΠΑ και των άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών από την Κίνα δεν είναι εύκολη και θα έχει αντιφατικές επιπτώσεις. Το διεθνές οικονομικό σύστημα έχει διαμορφώσει όλο και μεγαλύτερες σχέσεις αλληλεξάρτησης τις τελευταίες δεκαετίες και δεν είναι εύκολη η επαναβιομηχάνιση των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών και η επαναφορά σε συνθήκες προστατευτισμού. Στο πλαίσιο των διεθνών ανταγωνισμών και της προσπάθειας των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών να διατηρήσουν τα πλεονεκτήματά τους, εμφανίζεται η τάση για την πολεμική διαχείριση αυτών των ανταγωνισμών. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η γενοκτονία στην Γάζα, οι επιθέσεις στο Ιράν, η κλιμάκωση της αμερικάνικης επιθετικότητας στην Λατινική Αμερική με έμφαση στην Κούβα και στη Βενεζουέλα, η διόγκωση των εξοπλισμών στην Ε.Ε., αποτελούν ενιαίες πλευρές αυτής της τάσης.
6. Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται σε παρατεταμένη φάση στασιμότητας και σχετικής υποβάθμισης, καθώς το εγχείρημα συγκρότησης μιας ενιαίας καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, ικανής να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία (αρχικά) και τώρα την Κίνα, έχει αποτύχει. Παράλληλα, οι πολιτικές λιτότητας, η επισφάλεια και η διάλυση του κοινωνικού κράτους τροφοδοτούν την άνοδο της ακροδεξιάς και την αυταρχικοποίηση, διαβρώνοντας την ιδεολογική νομιμοποίηση της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, τα, ευρωπαϊκά, ιμπεριαλιστικά κράτη φαίνεται να επιδιώκουν τη συνέχιση της πολεμικής σύγκρουσης στην Ουκρανία και να ενισχύουν τον πολεμικό τομέα της οικονομίας τους. Οι παράγοντες που οδηγούν τις άρχουσες τάξεις των μεγαλύτερων δυτικό – ευρωπαϊκών κρατών (Γερμανία, Βρετανία, Γαλλία κ.λπ.) σε μία επιδίωξη συνέχισης της σύγκρουσης είναι ποικίλοι και αφορούν κυρίως την προσπάθεια αλλαγής του κοινωνικού συσχετισμού με βάση τη φιλοπόλεμη στράτευση και την επίκληση έκτακτων συνθηκών.
7. Μία από τις πιο σοβαρές, κρισιακές επιπτώσεις του σημερινού καθεστώτος συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι η, με ραγδαίους ρυθμούς εξελισσόμενη, περιβαλλοντική κρίση. Ο άναρχος χαρακτήρας του καπιταλισμού και η άναρχη αναπαραγωγή της συσσώρευσης του κεφαλαίου σε διευρυμένη κλίμακα σε συνδυασμό με την αύξηση της κατανάλωσης στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού και την επαγωγή των δυτικών καταναλωτικών προτύπων στις ανώτερες και στις μεσαίες τάξεις των αναπτυσσόμενων κρατών επιταχύνουν την οικολογική κρίση. Σταδιακά, οι εντάσεις που αναπτύσσονται θα παίρνουν και την μορφή των οικολογικών ανταγωνισμών. Οι συνθήκες οδηγούν σε μη βιώσιμη περιβαλλοντικά κατάσταση και προμηνύουν στοιχεία μεγάλης περιβαλλοντικής υποβάθμισης για τις πιο φτωχές χώρες και τα πιο φτωχά στρώματα, αλλά και μείωση της καπιταλιστικής παραγωγής.
8. Οι αντιφάσεις που αναπτύσσονται στη σημερινή διεθνή συγκυρία και η περιοδικά εμφανιζόμενη αστάθεια του συστήματος δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο συσχετισμός δύναμης στα επιμέρους κράτη και διεθνώς είναι έντονα ευνοϊκός για το κεφάλαιο. Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος σε μια σειρά χώρες, η υποβάθμιση της εκπροσώπησης των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων στο πολιτικό επίπεδο, μέσα από εργατικολαϊκά κόμματα, αλληλοτροφοδοτείται από την ενισχυμένη εξουσία των αρχουσών τάξεων και την ιδεολογική τους κυριαρχία. Η έλλειψη εναλλακτικών προοπτικών και η επαναφορά σε κεντρική θέση στην πολιτική σκηνή σκληρών αστικών ιδεολογημάτων έχουν σαν αποτέλεσμα την ενίσχυση της επίδρασης αντιδραστικών ακροδεξιών ρευμάτων σε τμήματα των μικροαστικών στρωμάτων, αλλά και της εργατικής τάξης σε μια σειρά χώρες. Διαμορφώνεται έτσι ένα ισχυρό ακροδεξιό ρεύμα που διεθνώς καταλαμβάνει κεντρικό ρόλο στην αστική πολιτική σκηνή. Πρώτα και κύρια στις ΗΠΑ, με τον Τραμπισμό, αλλά και στις χώρες της Ε.Ε., στη Λατινική Αμερική και αλλού, διαμορφώνεται μία συνεκτική αντιδραστική τάση.
9. Για τις λαϊκές τάξεις διεθνώς, οι εξελίξεις συνεπάγονται εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης και αυταρχισμό· όμως ταυτόχρονα διαμορφώνονται ορισμένα ρήγματα: η σχετική κάμψη της δυτικής ηγεμονίας δημιουργεί περιθώρια αντίστασης, που δεν υπήρχαν στην προηγούμενη μονοπολική φάση. Σε αυτό το πλαίσιο, η αριστερά οφείλει όχι μόνο να αναδεικνύει τον δυτικό ιμπεριαλισμό ως τον βασικό ολοκληρωμένο ιμπεριαλισμό που οργανώνει διεθνώς την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση (τον μόνο που επιδιώκει και μπορεί να επιβάλει μονομερώς τους όρους διεθνοποίησης του κεφαλαίου, μέσω των ροών εμπορίου, ενέργειας και χρηματοροών), αλλά και να απορρίπτει αποφασιστικά το λανθασμένο σχήμα της «σύγκρουσης ιμπεριαλισμών». Η επιθετικότητα των ΗΠΑ σε όλες τις περιοχές του πλανήτη, με το ωμό τρόπο με τον οποίο εκφράζεται μέσα από την διακυβέρνηση Τραμπ, αποτυπώνει έκδηλα ποιος είναι ο κυρίαρχος ιμπεριαλισμός και καταρρίπτει τα μυθεύματα περί μοίρασμα σφαιρών επιρροής των ΗΠΑ με άλλους «ανερχόμενους ιμπεριαλιστικούς πόλους». Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν υφίστανται επιμέρους ήττες, δεν οδηγούνται σε αναδιπλώσεις ή και συμβιβασμούς, ανάλογα και με τον συσχετισμό δύναμης. Ωστόσο, η στρατηγική τους είναι ενιαία για την οικονομική και αν χρειαστεί και στρατιωτική αντιμετώπιση όσων τείνουν να αμφισβητήσουν την ιμπεριαλιστική τους πρωτοκαθεδρία, είτε το διεθνές οικονομικό μοντέλο που επιβάλλουν.

Η εγχώρια κοινωνική και πολιτική συγκυρία

10. Η ελληνική αστική τάξη είναι οργανικά ενσωματωμένη στο δυτικό, ιμπεριαλιστικό μπλοκ σε υποτελή θέση. Παρά την υποβάθμιση των μνημονιακών χρόνων, η πρόσδεση στη στρατηγική αιγίδα των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και στη θεσμική πειθαρχία της ΕΕ προσφέρει στα ισχυρότερα σήμερα τμήματα του κεφαλαίου (εφοπλιστικό, χρηματοπιστωτικό, τουριστικό, ενεργειακό) σταθερά οφέλη, εξηγώντας την πλήρη ενότητα υπέρ της διατήρησης αυτής μορφής διεθνοποίησης του ελληνικού καπιταλισμού, ακόμα και στις συνθήκες οξύτατης κρίσης, όπως την δεκαετία του 2010. Μετά την κρίση της μνημονιακής περιόδου, το εφοπλιστικό κεφάλαιο ενισχύεται στον αστικό συνασπισμό εξουσίας. Το τμήμα αυτό ευνοήθηκε από την διεθνοποίηση της παραγωγής και την αύξηση του διεθνούς εμπορίου τις τελευταίες δεκαετίες, σε αντίθεση με άλλες μερίδες του κεφαλαίου που επλήγησαν από την κρίση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την επέκτασή του σε ενέργεια, υποδομές, real estate και το χρηματοοικονομικό τομέα. Σε συνδυασμό με την αυξημένη παρουσία του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα (με τις ιδιωτικοποιήσεις, την εξαγορά ελληνικών επιχειρήσεων, τις επενδύσεις στο real estate) διαμορφώνει το πλαίσιο μίας υποτελούς, αλλά και ταυτόχρονα οργανικής ένταξης της ελληνικής άρχουσας τάξης στις στρατηγικές των κυρίαρχων ιμπεριαλισμών. Ο αστικός συνασπισμός εξουσίας στην Ελλάδα δεν επιδιώκει κάποια μορφή αυτονομίας, αλλά επενδύει ενεργά στην ανάληψη ρόλων αιχμής για λογαριασμό των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίστοιχα, αυτή η κυριαρχία έχει και πολιτικές επιπτώσεις και εξηγεί σε ένα βαθμό την ιδιαίτερη μορφή που παίρνει σήμερα η πολιτική σκηνή και το κυβερνητικό κέντρο με την ένταση του αυταρχισμού, τον περιορισμό των όποιων παραχωρήσεων στις λαϊκές τάξεις, την επιθετικότητα απέναντί τους, αλλά και την διαφθορά.
11. Σε αυτό το πλαίσιο, το ελληνικό αναπτυξιακό πρότυπο παραμένει εύθραυστο και στηρίζεται σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας (τουρισμός, real estate, διαμεσολάβηση) και σε εισροή εξωτερικών πόρων, χωρίς να συγκροτεί διατηρήσιμο βιομηχανικό υπόβαθρο ή τεχνολογική αναβάθμιση. Η κερδοφορία των κυρίαρχων ομίλων συνδέεται άμεσα με την ιδιωτικοποίηση υποδομών, τη συστηματική συμπίεση του μεριδίου της εργασίας, την ασύδοτη αξιοποίηση του φυσικού πλούτου και την αξιοποίηση ευρωπαϊκών μηχανισμών χρηματοδότησης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διεκπεραιώνει με επιθετικούς όρους τους κεντρικούς άξονες της αστικής στρατηγικής: ιδιωτικοποιήσεις, διάλυση του κοινωνικού κράτους, θεσμικές τομές στον αυταρχισμό, ποινικοποίηση των κοινωνικών και εργατικών αντιστάσεων. Η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, η εκτίναξη του κόστους κατοικίας, η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών, συγκροτούν μια καθημερινή εμπειρία ανασφάλειας για την εργατική τάξη και τα φτωχά μεσαία στρώματα. Παράλληλα, η διαρκής αλληλουχία σκανδάλων, διαφθοράς, παρακολουθήσεων και ατιμωρησίας παράγει βαθιά ηθικοπολιτική απονομιμοποίηση της κυβέρνησης, η οποία όμως δεν μεταφράζεται σε άμεση πολιτική αποσταθεροποίηση. Διαμορφώνεται, λοιπόν, μια ιδιαίτερη κοινωνική συνθήκη, όπου οι όροι διαβίωσης σημαντικών τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων διαρκώς δυσχεραίνονται, ενώ η αστική πολιτική εξουσία επιχειρεί όχι απλά να διατηρήσει την κυριαρχία της, αλλά να την θωρακίσει μακροπρόθεσμα μέσα από καταστολή, ιδεολογικό έλεγχο και μηχανισμούς αποσιώπησης της πραγματικότητας.
12. Η σημερινή εικόνα της αντιπολίτευσης αποτυπώνει τη στρατηγική εκκαθάριση κάθε πολιτικής έκφρασης που θα μπορούσε, έστω και στρεβλά, να συμπυκνώσει πλευρές των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων. Η μνημονιακή προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, που μέσα σε μία δεκαετία, έχει διαλυτικές συνέπειες για αυτό το κόμμα, ο χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ ως ένα σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα, εγκλωβισμένο σε μια μόνιμη κρίση στρατηγικής και φυσιογνωμίας και τα αστικά ιδεολογήματα που κυριαρχούν στο μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς έχουν σαν αποτέλεσμα η λαϊκή δυσαρέσκεια να παραμένει πολιτικά μετέωρη.
13. Η ενίσχυση της ακροδεξιάς δεν αποτελεί απόκλιση, αλλά οργανικό στοιχείο της σημερινής αστικής κυριαρχίας. Η συστηματική δεξιά μετατόπιση του δημόσιου λόγου – στο όνομα της «ασφάλειας», της ποινικοποίησης των αντιστάσεων, της ξενοφοβίας και ενός μόνιμου καθεστώτος εξαίρεσης – δημιουργεί το ιδεολογικό και πολιτικό έδαφος, όπου η ακροδεξιά μπορεί να εμφανίζεται ως «ριζοσπαστική» απάντηση στη διάχυτη, κοινωνική ανασφάλεια. Σε περιβάλλον αναβαθμισμένης ρευστότητας και εκλογικών ανακατατάξεων, όπου η αυτοδύναμη κυβέρνηση απομακρύνεται διαρκώς ως σενάριο, ενδεχόμενα τμήματα της ακροδεξιάς θα λειτουργήσουν ως συμπλήρωμα για την συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας.
14. Στις διεργασίες αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού περιλαμβάνεται η προσπάθεια του συστήματος να συγκροτήσει νέους πλήρως ελεγχόμενους είτε κεντροαριστερούς είτε κεντροδεξιούς πόλους, ικανούς να απορροφούν τη δυσαρέσκεια χωρίς να αμφισβητούν τις στρατηγικές του κεφαλαίου. Οικονομικά και μιντιακά κέντρα προωθούν «εργαστηριακές» ηγεσίες, ανακυκλώνουν πολιτικό προσωπικό και επιχειρούν να κατασκευάσουν έναν τεχνητό χώρο «υπεύθυνης αντιπολίτευσης». Ωστόσο, το εγχείρημα παραμένει εύθραυστο και απονομιμοποιημένο, χωρίς κοινωνικές ρίζες και με περιορισμένη δυνατότητα απήχησης στα λαϊκά στρώματα.
15. Το ΚΚΕ παραμένει ένα σχετικά μαζικό κόμμα της αριστεράς. Ωστόσο, η στρατηγική του αποτυπώνει έναν ιδιότυπο απομονωτισμό, ο οποίος περιορίζει την ικανότητά του να λειτουργήσει όχι απλά ως πόλος κοινωνικοπολιτικής ανατροπής, αλλά και ως αντιπολίτευση. Μέσα από το ιδεολογικό σχήμα ότι κάθε νίκη μέσα στον καπιταλισμό συνιστά παράγοντα ενσωμάτωσης των λαϊκών τάξεων, τείνει να ταυτίζει την άμεση πάλη με διεκδικήσεις που ο ορίζοντας τους είναι ο σοσιαλισμός, απορρίπτοντας όποια ευρύτερη μετωπική πολιτική και συμμαχίες, στοιχεία που είναι σήμερα εξαιρετικά αναγκαία.
16. Η «άκρα αριστερά» έχει απωλέσει την όποια ικανότητα να εκπροσωπεί – έστω μερικώς – τμήματα των λαϊκών τάξεων που άλλοτε συγκροτούσαν τον κοινωνικό της κορμό: τη ριζοσπαστικοποιημένη, μικροαστική διανόηση, τμήματα της νεολαίας, στρώματα νέων επιστημόνων και εργαζομένων σε επισφαλείς τομείς. Στο εσωτερικό της ενισχύονται μεταμοντέρνες αστικοφιλελεύθερες τάσεις, με κεντρικό άξονα την πολιτική των ταυτοτήτων. Έτσι, η ιδεολογική της συγκρότηση αποκτά χαρακτηριστικά που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από την πραγματική κοινωνική πλειοψηφία και συντονίζονται περισσότερο με κύκλους μορφωμένων μεσοστρωμάτων, είτε μισθωτοποιούμενων μικροαστών, είτε δυναμικών ανώτερων στρωμάτων, από κλάδους μειωμένης επισφάλειας ή/και συνδεδεμένων με το σύμπλεγμα πανεπιστήμια / ΜΚΟ.

Για την πολιτική της ΛΑΕ και την ΑΡΑΣ

17. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, οι πολιτικές αναλύσεις της ΛΑΕ και της ΑΡΑΣ προσανατόλισαν την κατεύθυνσή τους και τις πρακτικές τους στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, αλλά και στα επιμέρους κοινωνικά μέτωπα. Οι σχετικές επιτυχίες, αλλά και οι διαφορές σε ζητήματα πολιτικής με την πλειοψηφία της συμβιβασμένης αριστεράς, δεν είναι άσχετες με τις επιθέσεις που δέχεται σήμερα η ΑΡΑΣ. Ειδικότερα, η υιοθέτηση μιας αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης σε ένα σκηνικό όξυνσης των διεθνών ανταγωνισμών, με επίκεντρο τις θέσεις για το ρωσο – ουκρανικό ζήτημα δεν ήταν και δεν είναι αποσυνδεδεμένες από την διαρκή και κλιμακούμενη στοχοποίηση της ΑΡΑΣ και της ΛΑΕ. Η ΛΑΕ είναι η μόνη πολιτική δύναμη με κάποιο βαθμό πρόσβασης στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό που παίρνει χωρίς υποσημειώσεις ξεκάθαρη θέση υπέρ της ήττας του δυτικού ιμπεριαλισμού στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά και υπέρ της υποστήριξης καθεστώτων που δέχονται επίθεση από τον αμερικανονατοϊκό ιμπεριαλισμό. Η στάση αυτή ενεργοποιεί διάφορους μηχανισμούς, όσο η πολιτική του ελληνικού κεφαλαίου οδηγεί σε όλο μεγαλύτερη εμπλοκή στον πόλεμο αυτό. Με την παροχή πολεμικού εξοπλισμού, τη λειτουργία των βάσεων και των λιμανιών ως κόμβων μεταφοράς εξοπλισμού και παροχής πληροφορίας, μέχρι την πιθανή άμεση εμπλοκή με την αξιοποίηση του ελληνικού χώρου για την έναρξη επιθέσεων. Η ανοιχτή αντίθεση σε μια κεντρική πολιτική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης για την έμμεση εμπλοκή στην πολεμική αντιπαράθεση, έχει σαν αποτέλεσμα οι πολιτικές δυνάμεις που την υποστηρίζουν να μπουν στο στόχαστρο.
18. Οι επιθέσεις που δέχεται η ΑΡΑΣ, ιδιαίτερα από το 2019 και μετά, σχετίζονται με την πολιτική στρατηγική της οργάνωσης και της ΛΑΕ : α) την ανάπτυξη μιας πολιτικής κατεύθυνσης και πρακτικής που παρήγαγε πολιτική και εκλογική φθορά στο κυβερνητικό κέντρο, β) την προσπάθεια κεντρικής πολιτικής εκπροσώπησης ενός αριστερού ριζοσπαστικού ρεύματος και της συγκρότησης μιας κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης απέναντι στην κυριαρχία της ΝΔ στην κεντρική πολιτική σκηνή και γ) την αντίθεση απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, τον ευρωνατοϊκό άξονα και τις ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις κόντρα στην διολίσθηση της πλειοψηφίας των αριστερών δυνάμεων σε ανοιχτές ή συγκεκαλυμμένες φιλοïμπεριαλιστικές θέσεις. Οι σχεδιαζόμενες επιθέσεις των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, αλλά και στην Κούβα και στο Ιράν, επιβεβαιώνουν αυτές τις εκτιμήσεις για το ρόλο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των συμμάχων τους. Αλλά και ότι οι διεθνείς αντιθέσεις δεν αντανακλούν την σύγκρουση δύο ισοδύναμων ιμπεριαλισμών.`
Η ΑΡΑΣ και η ΛΑΕ το προηγούμενο διάστημα είχαν αξιοσημείωτη συμβολή στις κινηματικές διεργασίες, μέσα από την παρατεταμένη αντιπαράθεση με τις κινητοποιήσεις ενάντια στον αυταρχισμό (νόμος για τις διαδηλώσεις, πανεπιστημιακή αστυνομία, ιδιώνυμο, τις διαγραφές των φοιτητών κ.λπ.). Από την άλλη πλευρά, σε μία σειρά αγώνων συνέβαλλε στην υπεράσπιση λαϊκών κεκτημένων και στην κατοχύρωση βασικών δικαιωμάτων. Το κυριότερο, προσπάθησε να αναπτύξει μια πολιτική κατεύθυνση για την πολιτική έκφραση και εκπροσώπηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, μέσα από τη διαμόρφωση μίας εκλογικής συμμαχίας ευρύτερων τμημάτων της αριστεράς. Αυτές οι πολιτικές επιλογές ενεργοποίησαν ένα σύνολο εμφανών και αφανών κατασταλτικών μηχανισμών.

Η συντηρητικοποίηση του συσχετισμού και οι επιπτώσεις στον χώρο της άκρας αριστεράς

19. Στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, η όξυνση της καταστολής για τη διαχείριση των κοινωνικών αντιστάσεων, αλλά και ως μέθοδος ιδεολογικής πρόσδεσης τμημάτων των μικροαστικών στρωμάτων στον συνασπισμό εξουσίας, αποτελεί δομικό στοιχείο της αστικής πολιτικής. Η θωράκιση του ποινικού οπλοστασίου του κράτους και η άσκηση κρατικής τρομοκρατίας αποτελούν μια πτυχή της. Μια άλλη πτυχή είναι η ενεργοποίηση αφανών μηχανισμών, καθώς αυτή συνδέεται με την νομιμοποίηση της κρατικής καταστολής σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά και την υπονόμευση ρευμάτων και πολιτικών τάσεων που συμβάλλουν – πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά – στην ανάπτυξη των κινηματικών διεργασιών.
20. Για την εφαρμογή ενός συνόλου αυταρχικών αναδιαρθρώσεων και τομών της τελευταίας 6ετίας, δεν ήταν αρκετή η ενεργοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών προκειμένου να καμφθούν οι λαϊκές αντιστάσεις. Αντίθετα, ήταν αναγκαία η ενεργοποίηση αφανών μηχανισμών και προβοκατόρικων ομάδων. Ακόμη και μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σκληρής ιδεολογικής εκστρατείας απέναντι στο άσυλο και στους αγώνες της νεολαίας, η κατάργηση του ασύλου και η πανεπιστημιακή αστυνομία ενεργοποιήθηκαν και απέκτησαν ένα βαθμό νομιμοποίησης μόνο μετά από μια σειρά γεγονότα. Την απάνθρωπη διαπόμπευση του τότε Πρύτανη του ΟΠΑ το 2020, τον εμπρησμό της Πρυτανείας του ΕΜΠ το 2024, τις επιθέσεις σε Κοσμητείες στη Φυσικομαθηματική ΕΚΠΑ το 2024 και το 2025, την επίθεση στο τμήμα των Τουρκικών σπουδών το 2025 που αποτέλεσε και την αφορμή για τη προώθηση των σχεδίων ασφαλείας, του ιδιώνυμου και ενός σκληρού πειθαρχικού πλαισίου στο εσωτερικό του πανεπιστημίου. Αλλά και πρακτικές όπως αυτές που συνέβαλαν στη διάλυση της μεγάλης συγκέντρωσης της 28-02-2025, ή μετά από συναυλία στο Λόφο του Στρέφη, διευκόλυναν τα μέγιστα την κυβερνητική πολιτική. Οι ενέργειες αυτές νομιμοποιούν την κρατική καταστολή, ανεξάρτητα από το αν είναι κρατικά καθοδηγούμενες, όπως συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις, ή αποτέλεσμα πολιτικό – ιδεολογικών παρεκκλίσεων του ατομισμού, του πραξικοπηματισμού, της απολίτικης και μηδενιστικής βίας όπως ισχύει στις περισσότερες περιπτώσεις.
21. Οι αντιλήψεις και οι πρακτικές αυτές, δεν ταυτίζονται με το σύνολο του α/α χώρου, ωστόσο αποτελούν μια τάση που κυριαρχεί – επιβάλλεται, ακόμα και αν αυτές οι ομάδες αποτελούν μια μικρή μειοψηφία στο εσωτερικό του. Η επιβολή – κυριαρχία αυτών των ομάδων στο εσωτερικό του χώρου της α/α σχετίζεται με τα δομικά κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του και τις ευρύτερες ιδεολογικές αναφορές, που εμποδίζουν την απομόνωση αυτών των πρακτικών.
22. Το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι διαδικασίες και τα γεγονότα αυτά καθορίζεται: α) από την συντηρητική μεταβολή του πολιτικού – ιδεολογικού συσχετισμού, β) την υποχώρηση των λαϊκών αγώνων και των μορφών συλλογικής έκφρασης των λαϊκών τάξεων (συνδικάτων, κομμάτων της αριστεράς) και γ) την συνολικότερη διαδικασία αυταρχικοποίησης του κρατικού μηχανισμού, που συνδυάζεται με την ενίσχυση σε μια σειρά χώρες των ακροδεξιών ρευμάτων και την άνοδό τους, είτε αυτοτελώς, είτε μέσα από την παραδοσιακή δεξιά στο κυβερνητικό κέντρο. Η άσκηση βίας από πλευράς κατασταλτικών μηχανισμών, είτε των εμφανών, είτε των αφανών, θωρακίζει το σύνολο των μηχανισμών απέναντι σε μελλοντικές αντιστάσεις απέναντι στην αστική πολιτική. Αντίστροφα, η περιφρούρηση απέναντι στους κάθε είδους κατασταλτικούς μηχανισμούς συμβάλλει στη δυνατότητα του λαϊκού παράγοντα να εμφανίζεται στο πολιτικό σκηνικό και να παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Μια αποπολιτικοποίηση του ζητήματος της περιφρούρησης των κινηματικών διεργασιών, όπως επιχειρείται από τμήματα της «άκρας αριστεράς» και μια ανάλυση της έξω από τις ταξικές στρατηγικές και πρακτικές δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αναπαράγει τα κυρίαρχα αφηγήματα και να ενσωματώνει τα επιχειρήματα των αστικών μηχανισμών απέναντι στην κομμουνιστική αριστερά.
23. Η υποκριτική στάση ορισμένων δυνάμεων, που σήμερα επιδίδονται σε ένα κρεσέντο κανιβαλισμού, έχει βαθύτερα δομικά αίτια που επεξηγούν τόσο την στάση ενός τμήματος του κοινωνικού υποκειμένου, όσο και την στάση των πολιτικών δυνάμεων του χώρου της «άκρας αριστεράς». Αυτές οι πολιτικές θέσεις και πρακτικές σχετίζονται με την ευρύτερη διαδικασία αποδιάρθρωσης των συλλογικών μορφών οργάνωσης, αλλά και με τη μετατόπιση των παραγωγικών δραστηριοτήτων από τα ανεπτυγμένα κράτη στα αναπτυσσόμενα και την κυριαρχία μη παραγωγικών εργασιών, ή εργασιών που σχετίζονται με τον τομέα των υπηρεσιών. Οι διεργασίες αυτές έχουν κοινωνικές και ιδεολογικές επιπτώσεις. Οι διαφορετικές θέσεις που λαμβάνουν οι πολιτικές δυνάμεις του χώρου της «άκρας αριστεράς» αντανακλούν τον ιδιαίτερο τρόπο ενσωμάτωσης αυτών των κοινωνικών τάσεων ατομισμού – συντηρητικοποίησης. Το ρεύμα αυτό έχει απωλέσει πλήρως την ικανότητα να εκπροσωπεί – έστω μερικώς – τμήματα των λαϊκών τάξεων που άλλοτε συγκροτούσαν την κοινωνική του βάση. Στο εσωτερικό του, ενισχύονται μεταμοντέρνες αστικο-φιλελεύθερες τάσεις, με κεντρικό άξονα την πολιτική των ταυτοτήτων. Αναπτύσσονται πολιτικό – ιδεολογικά ρεύματα με ιδεαλιστικό, αντιμαρξιστικό χαρακτήρα, επικαθοριζόμενα από ιδεολογήματα τα οποία αναπτύσσονται στα βασικά δυτικά ιμπεριαλιστικά κέντρα. Τα ρεύματα αυτά αντανακλούν νέες μορφές υπαγωγής στην κυρίαρχη ιδεολογία μικροαστικών στρωμάτων μέσου και ανώτερου μορφωτικού επιπέδου, τα οποία μαζικοποιούνται στα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη, στη σημερινή φάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου και του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Έτσι, η ιδεολογική συγκρότηση της «άκρας αριστεράς» αποκτά χαρακτηριστικά που συντονίζονται περισσότερο με κύκλους του μορφωμένου, επισφαλούς μικροαστισμού, παρά με την πραγματική κοινωνική πλειοψηφία. Οι θέσεις αυτές είναι προϊόν ενός συνδυασμού παραγόντων: α) της υποχώρησης του εργατικού κινήματος και της συντηρητικοποίησης του συσχετισμού, β) της διαδικασίας μετασχηματισμού των πολιτικών δυνάμεων του χώρου σε αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε δυτική αριστερά, αλλά και των κοινωνικών στρωμάτων που αυτές οι δυνάμεις απευθύνονται, γ) τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες και την στρατηγική φθοράς της ΑΡΑΣ και της ΛΑΕ. Οι παράγοντες αυτοί διαπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται.

Τα χαρακτηριστικά του χώρου της αναρχοαυτονομίας, το πλαίσιο ανάδυσης προβοκατόρικων ομάδων και οι επιπτώσεις της δράσης τους στην ενίσχυση της κρατικής στρατηγικής

24. Ως ακραίο τμήμα του συνολικότερου πολιτικο – ιδεολογικού ρεύματος της «άκρας αριστεράς» πρέπει να γίνει αντιληπτός ο ευρύτερος χώρο της αναρχοαυτονομίας. Ένα τμήμα του χώρου αυτού καθορίζεται από τον πραξικοπηματισμό, τον άμορφο χαρακτήρα του και την έλλειψη αντίληψης για τους ευρύτερους κοινωνικό πολιτικούς συσχετισμούς, στοιχεία που το καθιστούν συστηματικά αντικείμενο διαχείρισης ή και διάβρωσης των κρατικών μηχανισμών. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του το οδηγούν σε έναν αέναο κύκλο κρατικής καταστολής και άμυνας απέναντί της. Η περιφρόνηση των διαδικασιών και των πρακτικών που αναπτύσσουν οι συλλογικοί φορείς του μαζικού κινήματος, η ανάλωση όλων των δυνάμεων σε εγχειρήματα αποκομμένα από τις λαϊκές τάξεις, αλληλοτροφοδοτείται με αντιλήψεις και πρακτικές του περιθωρίου. Έτσι, περιθωριακές και παραβατικές πρακτικές, όχι απλά γίνονται ανεκτές, αλλά και προβάλλονται ως μορφές αντίστασης σε σχέση με τις «υποταγμένες» λαϊκές μάζες. Η διαπίστωση αυτών των χαρακτηριστικών δεν σημαίνει ότι η άποψη της ΑΡΑΣ είναι ότι το μεγαλύτερο τμήμα αυτού του χώρου ελέγχεται από τους κρατικούς μηχανισμούς, όπως ψευδώς καταλογίζουν ορισμένοι για να διαμορφώσουν κλίμα. Το πρόβλημα είναι ότι τα πιο πολιτικά τμήματα αυτού του χώρου δεν μπορούν να διαχωριστούν και να απομονώσουν στοιχεία και πρακτικές που δρουν αντικειμενικά αντικοινωνικά και προβοκατόρικα.
26. Τα τελευταία χρόνια ομάδες της αναρχομηδενιστικής βίας και του περιθωρίου προέβησαν σε μία πληθώρα επιθέσεων, προσπαθώντας να κατοχυρώσουν την κυριαρχία τους πρωτίστως στην περιοχή των Εξαρχείων και δευτερευόντως σε πανεπιστημιακά ιδρύματα στην Αθήνα. Επιθέσεις ή απόπειρες επιθέσεων με ενέδρες, ξυλοδαρμοί, μαχαιρώματα ή απειλές μαχαιρωμάτων, καταστροφές πολιτικών χώρων, ενέδρες σε γυναίκες, ξυλοδαρμοί άσχετων ανθρώπων στο ΕΜΠ, στην Πάντειο και αλλού, ενέδρες στους δρόμους, αλλά και σε τόπους εργασίας. Τα γεγονότα είναι γνωστά και κατά ένα μικρό μέρος τους δημοσιοποιημένα. Είναι προφανές ότι τα παραπάνω δεν εξελίσσονται επειδή κάποιες μικρές ομάδες περιθωριακών αποφάσισαν να δράσουν κατά αυτό τον τρόπο, αλλά γιατί η δράση τους εξυπηρετεί έναν ευρύτερο σχεδιασμό. Η δράση τους μέσα σε πανεπιστημιακές σχολές, όπως την περιγράψαμε, διευκόλυνε τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις για την κατάργηση του ασύλου και την θέσπιση εξαιρετικά αυταρχικών μέτρων απέναντι στο φοιτητικό κίνημα, αλλά και γενικότερα. Τίθεται το ερώτημα γιατί συνέβησαν αυτές οι εξελίξεις. Οι λόγοι ποικίλλουν: α) η επιδίωξη συγκρότησης νέων ομάδων συνδεδεμένων με αντιλήψεις αλλά και πρόσωπα της αναρχομηδενιστικής βίας που λειτουργούν αφανώς και έχουν σαν μηχανισμό συγκρότησης την βίαιη επιβολή, β) τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά αυτών των ομάδων καθορίζονται από τον ωμό αντιοργανωτικισμό και τον αντικομμουνισμό. Οι πρακτικές αυτές δεν είναι πρωτοφανείς, αλλά επαναλαμβάνονται περιοδικά εδώ και δεκαετίες και δεν αφορούν αποκλειστικά ή κυρίως μία οργάνωση ή ένα πολιτικό χώρο, ενώ αναπτύσσονται με μεγάλη ένταση στο εσωτερικό του χώρου της αναρχίας και της αυτονομίας. Ωστόσο, η κλιμάκωση της τελευταίας περιόδου δεν είναι άσχετη με τις κυβερνητικές επιδιώξεις. Είναι χαρακτηριστικές οι πολιτικές επιπτώσεις από τη διάλυση της διαδήλωσης της 28-02-2025 με αφορμή την δράση αυτών των ομάδων, αλλά και τους κινδύνους που η δράση αυτή συνεπαγόταν για μία μεγάλη μάζα διαδηλωτών, πολλοί εκ των οποίων συμμετείχαν για πρώτη φορά σε διαδήλωση. Όπως επίσης και οι ευρύτεροι κίνδυνοι που εγκυμονεί η δράση τους στα Εξάρχεια με αποκορύφωμα τα γεγονότα μετά από συναυλία στου Στρέφη τον Μάιο του 2025, που διακινδύνευσε την επανάληψη θλιβερών γεγονότων όπως αυτά στις αρχές της δεκαετίας του 2010, που προκάλεσαν τεράστια βλάβη στο λαϊκό κίνημα. Δεν είναι άσχετη, επίσης, με την γενικότερη υποχώρηση του χώρου της αναρχίας και της αυτονομίας, που συμβαδίζει με την κατάρρευση μιας σειράς ιδεολογημάτων. Οι απόψεις περί «απελευθερωμένων» χώρων και «εδαφικοποίησης των αντιστάσεων», είτε αφορούσαν τα Εξάρχεια, είτε επιμέρους καταλήψεις, αποδείχτηκαν κενές περιεχομένου. Πολλές καταλήψεις εκκενώθηκαν, ενώ στα Εξάρχεια έχει μονιμοποιηθεί η αστυνομική παρουσία με μορφές πρωτόγνωρες σε σχέση με κάθε άλλη περίοδο και οι αντιδράσεις απέναντι στην παρουσία αυτή φθίνουν ραγδαία. Οι γενικότερες λανθασμένες επιλογές του χώρου αυτού είχαν σαν αποτέλεσμα πολλές εκατοντάδες συλλήψεις και ένα καθεστώς ομηρίας για πάρα πολλούς ανθρώπους. Η υποχώρηση των πιο πολιτικών τμημάτων του χώρου αυτού, που είχαν κάποιο κοινωνικό πρόσημο, έδωσε τα περιθώρια σε μικρές περιθωριακές ομάδες αναρχομηδενιστικής βίας χωρίς κανένα κοινωνικό έρεισμα, να δρουν ερήμην κάθε κοινωνικού υποκειμένου και να διευκολύνουν την σκλήρυνση της κρατικής πολιτικής, παράγοντας ευρύτερες συνθήκες κοινωνικής νομιμοποίησής της.

Η κρατική στρατηγική εν όψει του εορτασμού του Πολυτεχνείου 2025 και η σύμπτωση προβοκατόρικων σχεδίων με αυτήν

28. Ενόψει του τριημέρου του Πολυτεχνείου, συγκεκριμένες ομάδες είχαν κάνει ευρύτερα γνωστή την επιδίωξή τους να καταλάβουν κτίριο κατά το τριήμερο του Πολυτεχνείου 2025, ώστε να το αξιοποιήσουν για να αναπτύξουν «ψευδοεξεγερτικές» συγκρούσεις, πέρα και έξω από κάθε διαδικασία ή βούληση των μαζικών φορέων. Τα σχέδια αυτά που επεδίωκαν να επιβάλουν α) θα ακύρωναν την πολιτική των φοιτητικών συλλόγων, των μαζικών κοινωνικών και πολιτικών φορέων και των οργανωμένων δυνάμεων της αριστεράς, β) θα οδηγούσαν στην απομαζικοποίηση του τριήμερου εορτασμού, ενώ θα διακινδύνευαν συνολικά τον εορτασμό, στο βαθμό που, με βάση το γενικότερο κλίμα της περιόδου και τη στάση της Πρυτανείας, καθίστατο πιθανό το ενδεχόμενο της εισβολής της αστυνομίας, γ) θα διακινδύνευαν την ίδια την υπόσταση ιστορικών κτιρίων του Πολυτεχνείου με ενδεχόμενες καταστροφές ή κρατικές προβοκάτσιες, ανάλογες με τον εμπρησμό της ιστορικής πρυτανείας τον Οκτώβριο του 1991.
29. Οι επιδιώξεις των ομάδων αυτών ήταν εκ των προτέρων γνωστές σε όλο το εύρος πολιτικών δυνάμεων που παρεμβαίνουν στο κίνημα. Για αυτό το λόγο, οι καταγγελίες όσων σήμερα εμφανίζονται ως «ανίδεοι», πέρα από ψευδείς είναι και υποκριτικές. Προέκυπτε έτσι η αναγκαιότητα: α) να αποφευχθούν γεγονότα που θα ακύρωναν τον εορτασμό και θα οδηγούσαν σε είσοδο της αστυνομίας στο ΕΜΠ. Όπως και η αξιοποίηση από την κυβέρνηση τέτοιων τυχόν γεγονότων, για παράδειγμα, την ανάληψη νομοθετικής πρωτοβουλίας για κατάργηση του εκπαιδευτικού ρόλου του ΕΜΠ στην Πατησίων και δρομολόγηση της μουσειοποίησης του χώρου. Σχέδια τα οποία κυβερνητικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι απεργάζονται εδώ και αρκετό καιρό. Ο ανοιχτός και μαζικός χαρακτήρας του τριήμερου εορτασμού του Πολυτεχνείου αποτελούσε και αποτελεί θέση των φοιτητικών συλλόγων, β) να αποφευχθούν επιθέσεις απέναντι σε δυνάμεις του φοιτητικού κινήματος και της αριστεράς από τις ομάδες των προβοκατόρων όπως επανειλημμένα είχαν κάνει ή επιχειρήσει να κάνουν τα προηγούμενα χρόνια, γ) να αποτραπεί η δυνατότητα κάθε πραξικοπηματικής μικρής ομάδας να αξιοποιεί το χώρο του Πολυτεχνείου για την οργάνωση ψευτοεπεισοδίων ανεξάρτητα και σε αντίθεση από κάθε διαδικασία του μαζικού κινήματος και σε σύγκρουση με τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών και των φοιτητών. Με βάση τα γενικότερα πολιτικά δεδομένα και τις επιδιώξεις αυτών των κύκλων, η διασφάλιση του ανοιχτού μαζικού Πολυτεχνείου καθίστατο μία αναγκαιότητα και η ανάγκη της περιφρούρησης τέθηκε στο μαζικό χώρο, αλλά και σε ευρύτερες κινηματικές δυνάμεις και στην αριστερά. Οι εκτιμήσεις αυτές, αλλά και η αναγκαιότητα αποτροπής τέτοιων γεγονότων, θεωρητικά γινόταν αποδεκτή από το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που παρεμβαίνουν στο κίνημα.
30. Σε μία προσπάθεια υλοποίησης αυτών των σχεδίων, το πρωί στις 15-11-2025, εμφανίστηκε μία ομάδα, με τα χαρακτηριστικά και τις επιδιώξεις που περιγράφηκαν. Μετά από αρκετή ώρα συζητήσεων, με στόχο την αποχώρηση της ομάδας αυτής, αιφνιδιαστικά επιτέθηκε στους φοιτητικούς συλλόγους, ενώ μαχαιρώθηκε φοιτητής, χωρίς δυσάρεστες συνέπειες. Η προσπάθεια της ομάδας αυτής να καταλάβει το κτίριο, αλλά και η επίθεση με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αναδεικνύει: α) ότι τα στοιχεία αυτά είναι επικίνδυνα, όπως έχει γίνει άλλωστε προφανές από τις επιθέσεις που είχαν διεξάγει την προηγούμενη περίοδο, αλλά και από την επιθετική τους στάση στο συγκεκριμένο περιστατικό, β) ότι επέλεξαν αντί να αποχωρήσουν από τον χώρο, να επιτεθούν για να υλοποιήσουν το σχέδιό τους.
31. Οι καταγγελίες που ακολούθησαν, με προεξάρχουσες τις οργανώσεις Κομμουνιστική Απελευθέρωση, Μετάβαση και Αναμέτρηση και αναφέρονται σε επίθεση της ΑΡΑΣ απέναντι στους αναρχικούς, δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Μάλιστα, ο χώρος αυτός διεξήγαγε τις εκδηλώσεις του καθ’ όλο το τριήμερο, ενώ γενικότερα ο εορτασμός διεξήχθη με μαζική προσέλευση. Αυτό δεν θα γινόταν εάν οι ομάδες αυτές προχωρούσαν σε κατάληψη κτιρίου και χρησιμοποιούσαν το Πολυτεχνείο ως αφετηρία επεισοδίων. Όχι απλά οι καταγγελίες διαστρεβλώνουν τα γεγονότα και αναπαράγουν ψεύδη, αλλά και συγκαλύπτουν την πολιτική ουσία των ζητημάτων. Η πολιτική ουσία του ζητήματος, στην οποία οι πολιτικές δυνάμεις αποφεύγουν να τοποθετηθούν ξεκάθαρα, είναι αν αυτές οι ομάδες μπορούν να δρουν ανεξέλεγκτα στις πλάτες του μαζικού κινήματος. Όλα τα άλλα, είτε είναι συνειδητά ψέματα, είτε «ευσεβείς πόθοι», όπως χαρακτηριστικά ότι η δράση τέτοιων ομάδων μπορεί να αποτραπεί με την πολιτική της «πειθούς» και όχι με την περιφρούρηση των εκδηλώσεων του μαζικού κινήματος. Η αποτυχία αυτής της λογικής έχει φανεί σε δεκάδες περιπτώσεις, με αποκορύφωμα την κατάληψη του Πολυτεχνείου κατά τον τριήμερο εορτασμό του 2017 από λίγες δεκάδες άτομα και την ακύρωση του τριημέρου.
31. Ως προς τις καταγγελίες διάφορων ομάδων του αναρχικού χώρου που ακολούθησαν, αυτές εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο που κινείται ένα μεγάλο τμήμα αυτού του χώρου. Από τη μια πλευρά, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, ένα μεγάλο τμήμα του θεωρεί αυτονόητο ότι όποιος επιλέγει και όποτε το επιλέγει, έχει το δικαίωμα να προχωράει σε κινήσεις έξω και σε αντίθεση από τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών. Ενώ, από την άλλη πλευρά, ένα τμήμα του χώρου αυτού κινείται στο σκοτάδι, μέσα από τα ψέματα και τις συκοφαντίες. Οι θεωρίες συνωμοσίας που αναπτύχθηκαν μετά το τριήμερο του Πολυτεχνείου, είναι χαρακτηριστικές του τρόπου με τον οποίο οι ομάδες αυτές και τα πρόσωπα που παίζουν ρόλο «πολιτεύονται». Όπως και το γεγονός ότι διάφορες πρακτικές που αναπτύσσονται αυτά τα χρόνια και είχαν δραματικές επιπτώσεις, με εμπρησμούς, μαχαιρώματα, διαπομπεύσεις, βαπτίζονται είτε ενδοκινηματικές συγκρούσεις, είτε αποσιωπώνται, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση διαστρεβλώνονται και διογκώνονται. Μετά από αυτή την εξέλιξη ορισμένες ομάδες του χώρου της αναρχίας κάλεσαν συγκέντρωση για την επόμενη ημέρα ώστε να εκδιώξουν την ΑΡΑΣ από το χώρο του Πολυτεχνείου. Συγκεντρώθηκαν ορισμένες δεκάδες άτομα, εξοπλισμένα, επιδιώκοντας τη σύγκρουση, αγνοώντας τις κατασταλτικές επιπτώσεις μίας τέτοιας σύγκρουσης, αλλά και τα αποτελέσματα σε ένα ευρύτερο κόσμο, αλλά και στον ιστορικό χώρο του Πολυτεχνείου. Η στάση αυτή δείχνει πόσο προβοκατόρικα είναι αυτά τα στοιχεία και πόσο τυχοδιώκτες είναι αυτοί που τους παρέχουν κάλυψη. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα και κυρίως τις επιπτώσεις σε άσχετο κόσμο και τις κατασταλτικές συνέπειες, το απόγευμα τις 16-11-2025 αποχωρήσαμε, ενώ, την επόμενη μέρα, η παρουσία της ΑΡΑΣ επανήλθε κανονικά στο Πολυτεχνείο. Σε συνέλευση που οργάνωσαν οι ομάδες αυτές στο χώρο του Πολυτεχνείου, αναφέρθηκαν δημόσια σχέδια προγραφών και ατομικών επιθέσεων απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα, χωρίς αυτή η παρακρατική μαφιόζικη πρακτική να ενεργοποιεί κάποιες αντιδράσεις, ενώ κάποιοι από αυτούς επιδείκνυαν μαχαίρια. Την ίδια ημέρα στη Θεσσαλονίκη έγινε κάλεσμα για την «εκδίωξη της ΑΡΑΣ από την πορεία του Πολυτεχνείου». Στην Αθήνα, οι δυνάμεις της Κ.ΑΠΕ (ΝΑΡ), της Μετάβασης και της Αναμέτρησης διέσπασαν την πορεία του Πολυτεχνείου.

Για τις πολιτικές εξελίξεις μετά το τριήμερο του Πολυτεχνείου και τα πολιτικά συμπεράσματα

32. Τα γεγονότα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα γενικότερων κοινωνικό – πολιτικών αλλαγών στον πολιτικό ιδεολογικό συσχετισμό και ευρύτερων κοινωνικών διεργασιών. Στις πολιτικές εξελίξεις έπαιξε ρόλο η στάση του ΜέΡΑ25, το οποίο έσπευσε να βγάλει ανακοίνωση καταγγελίας της ΑΡΑΣ, ως αποτέλεσμα παραπληροφόρησης (η οποία πλέον είναι πλήρως αποδεδειγμένο ότι δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα), κάτι που, μεταξύ άλλων, αποτέλεσε μία σπασμωδική κίνηση. Παράλληλα, ανακοίνωσε μονομερώς την «διακοπή συνεργασίας» – διαγραφή της ΑΡΑΣ από την Ενωτική Πρωτοβουλία και κάλεσε τη ΛΑΕ να κάνει το ίδιο, με απειλή διαγραφής της ως σύνολο. Όταν η ΛΑΕ δεν «συμμορφώθηκε», το ΜέΡΑ25, μονομερώς ανακοίνωσε την αποπομπή της ΛΑΕ από την Ενωτική Πρωτοβουλία, της οποίας αποτελούσε βασική συνιστώσα, αλλά και τον οργανωτικό κορμό. Χρειάζεται, σε αυτό το σημείο, μία πρώτη αποτίμηση της πολιτικής επιλογής συνεργασίας με το ΜΕΡΑ 25, των ρίσκων που ενείχε και των επιπτώσεών της. Η εκλογική συνεργασία με το ΜέΡΑ25 ήταν μία ορθή επιλογή ως μία προσπάθεια συγκρότησης ενός μαζικού εκλογικού μπλοκ με αριστερό ριζοσπαστικό προσανατολισμό. Οι αντιφάσεις του εγχειρήματος σχετίζονταν: α) με το γεγονός ότι το ΜέΡΑ25 είχε περιορισμένο πολιτικό και οργανωτικό ιστό και βασιζόταν κυρίως στην προσωπική εμβέλεια του επικεφαλής του. Το γεγονός αυτό, είχε σαν αποτέλεσμα την αδυναμία ανάπτυξης δεσμών με τμήματα του εκλογικού του ακροατηρίου και το έκανε ευάλωτο στις πιέσεις των μιντιακών μηχανισμών. Διάφορες κατά καιρούς λανθασμένες επιλογές και δηλώσεις, που είχαν εκλογικές και πολιτικές επιπτώσεις, είναι ακριβώς αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης. Η ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα, χωρίς καμία προσπάθεια διερεύνησης της άλλης άποψης, η πίεση στη ΛΑΕ χωρίς κανένα περιθώριο εξεύρεσης μίας λύσης διατήρησης της Ενωτικής Πρωτοβουλίας είναι δείκτης αυτών των αντιφάσεων, β) το πολιτικό – ιδεολογικό πλαίσιο, κυρίως της ΑΡΑΣ, αλλά και σε ένα βαθμό συνολικότερα της ΛΑΕ, βρισκόταν σε μία ορισμένη απόσταση από ένα τμήμα του πολιτικού μηχανισμού του ΜΕΡΑ 25 και, το κυριότερο, από τις διεθνείς αναφορές του, ειδικά στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Οι διαφορές για το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπως εκδηλώνονταν στην εκτίμηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι σταδιακά αμβλύνονταν, έπαιξαν ρόλο, γ) αυτές οι διαφορές πολιτικο – ιδεολογικών χαρακτηριστικών, χωρίς πιθανόν ευθύνη του επικεφαλής του ΜέΡΑ25, μεγεθύνονταν από ένα μικρό κύκλο ανθρώπων που εκτιμούν ότι το ΜέΡΑ25 μπορεί να εισέλθει στη Βουλή χωρίς να έχει ανάγκη από συμμάχους για κάτι τέτοιο, ή υποτιμούν σκόπιμα την πολιτική, κινηματική και ευρύτερη συνεισφορά της ΛΑΕ και της ΑΡΑΣ. Και αυτό, παρά το ότι, ανεξάρτητα από τα τελευταία γεγονότα, η συνολικότερη προσπάθεια αναμόρφωσης της κεντροαριστεράς με το εγχείρημα Τσίπρα, αλλά και ενδεχόμενα νέα μορφώματα όπως της Μ. Καρυστιανού στην πολιτική σκηνή δυσκολεύει αντικειμενικά τον πολιτικό εκλογικό στόχο. Έτσι, εξακολουθούμε να επιμένουμε, ότι είναι αναγκαία η περαιτέρω διεύρυνση της Ενωτικής Πρωτοβουλίας και όχι η συρρίκνωση του ενωτικού εγχειρήματος και μάλιστα με διαχωρισμό από δυνάμεις όπως η ΛΑΕ, με ειδικό βάρος για τον μακροπρόθεσμο στόχο ανασυγκρότησης της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ανεξάρτητα από τις πολιτικές επιπτώσεις των εξελίξεων και ότι μπορεί να αποτιμηθούν αρνητικά, αυτό που σίγουρα είναι λάθος από την πλευρά του ΜέΡΑ25 είναι η μονομερής ενέργεια διάσπασης μίας πολιτικής συμμαχίας, έξω από κάθε διαδικασία, κάθε προσπάθεια απολογισμού ή και αναζήτησης αυτοκριτικής. Πόσο μάλλον που αυτή αφορούσε συνολικά τη ΛΑΕ, η οποία δεν είχε σχέση με τα γεγονότα που εξελίχθηκαν. Καμία πολιτική συνεργασία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες. Αλλά το κυριότερο είναι ότι σήμερα, με βάση την ευρύτερη συντηρητικοποίηση της πολιτικής σκηνής, την άνοδο των συντηρητικών ακροδεξιών ρευμάτων, αλλά και την ευρύτερη υποχώρηση του κοινωνικού κινήματος και της αριστεράς, απαιτείται η μέγιστη συσπείρωση δυνάμεων. Η επιλογή της συνεργασίας με ΜέΡΑ25 έγινε με επίγνωση των αντικειμενικών διαφορών και δυσκολιών και των αποκλίσεων, αλλά με γνώμονα την έκφραση ενός ευρύτερου πολιτικού ρεύματος της αριστεράς του Όχι στο δημοψήφισμα, το οποίο έτεινε να αποδιαρθρωθεί μετά το 2015 και ειδικά μετά το 2019. Είχε εξαρχής ρίσκο, αλλά τακτικά ήταν σωστή. Αυτό που δεν εκτιμήθηκε σωστά και δεν έγινε η κατάλληλη διαχείριση ήταν α) τα ιδιαίτερα πολιτικά χαρακτηριστικά του ΜέΡΑ25 και β) ότι αυτά έπρεπε να ληφθούν υπόψη από την ΑΡΑΣ ώστε να μην δημιουργηθούν περαιτέρω προσκόμματα σε αυτή τη συνεργασία.
33. Μετά την ολοκλήρωση του τριήμερου εορτασμού ξεκίνησε μία προσπάθεια των Κ.ΑΠΕ (ΝΑΡ), Μετάβασης και Αναμέτρησης για την εξώθηση της ΑΡΑΣ από συνδικαλιστικά και αυτοδιοικητικά σχήματα στα οποία συνυπήρχε με άλλες δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές απαιτούσαν δηλώσεις μετανοίας και αποκήρυξης από τα μέλη της ΑΡΑΣ, ώστε να συνεχίσουν να συμμετέχουν στα σχήματα. Απέναντι σε αυτές τις επιθέσεις, καθολικά τα μέλη και οι φίλοι της ΑΡΑΣ κράτησαν μία στάση συμβατή με την κομμουνιστική αξιοπρέπεια. Την ίδια περίοδο, στο διαδίκτυο ανώνυμοι χαφιέδες και επώνυμοι με τον ίδιο αντικειμενικά ρόλο, επιδόθηκαν σε μία διαδικασία, όχι πολιτικής κριτικής, αλλά κατασυκοφάντησης της ΑΡΑΣ και των χιλιάδων μελών και φίλων της. Μεταξύ αυτών, κάποιοι γνωστοί για τους ρόλους τους σε κεντρικούς μιντιακούς ομίλους. Κάποιοι εξ αυτών, γνωστές «περσόνες», συνδεδεμένες με τέτοιους ομίλους, έφτασαν στο σημείο να δημοσιεύουν ονόματα, ενώ άλλοι, υποτιθέμενοι «αναρχικοί», φωτογραφίες προσώπων που δεν είχαν καμία παρουσία στο Πολυτεχνείο ή και δεν είχαν καμία σχέση με την ΑΡΑΣ. Η ΑΡΑΣ ποτέ δεν κατονόμασε πολιτικές ομάδες και ακόμα περισσότερο πρόσωπα, γιατί ένας τέτοιος κύκλος δεν έχει τελειωμό και συνεπάγεται πολύ περισσότερους συνολικούς κινδύνους. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε από κύκλους του αναρχικού χώρου, αλλά όχι μόνο αυτού, μία διαδικασία γκεμπελικού τύπου ψεμάτων, και «ψεκασμένων» σεναρίων που αντανακλά το γεγονός ότι ορισμένοι κάνουν πολιτική μόνο μέσα από το ψέμα και την παραβατικότητα. Τέτοιες λογικές, βεντέτας, ξεκαθαρίσματος «λογαριασμών», κατάργησης του πολιτικού χώρου άλλων πολιτικών δυνάμεων, συνειδητών ψεμάτων και λασπολογίας, είναι έξω από την αντίληψη και την κουλτούρα της κομμουνιστικής αριστεράς και δεν συνάδουν με το κοινωνικό και κομμουνιστικό κίνημα.
34. Οι στάσεις αυτές είναι δείκτης της κρατικής διάβρωσης, αλλά και του πολιτικο – ιδεολογικού εκφυλισμού ρευμάτων, οργανώσεων και ατόμων και του συνολικότερου ραγδαίου μετασχηματισμού τμημάτων της «άκρας αριστεράς» και της αναρχοαυτονομίας. Η υποχώρηση των πολιτικών πρακτικών, η μετατόπιση της πολιτικής παρέμβασης από τους μαζικούς χώρους στα κοινωνικά δίκτυα, η οποία όλο και περισσότερο αφορά ένα μικρό τμήμα ανθρώπων που λειτουργεί ως αντηχείο κοινών απόψεων, ερήμην ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων και σε συνθήκες κάμψης των κινηματικών διαδικασιών, αλλά και των συλλογικών πρακτικών που να εμπλέκουν ευρύτερες μάζες με οργανωμένο τρόπο, οδηγεί σε καταστάσεις που πριν από ορισμένα χρόνια θα ήταν αδιανόητες. Απέναντι σε αυτή την διαδικασία που αντανακλά τη διάβρωση και τον εκφυλισμό δυνάμεων και προσώπων, η ΑΡΑΣ θα υπερασπιστεί τα μέλη και τα στελέχη της αποφασιστικά, την ίδια στιγμή που είναι αναγκαία η αναβάθμιση της συγκρότησης του δυναμικού και η υπεράσπιση της πολιτικής κατεύθυνσης και των φορέων της. Την ίδια στιγμή, η ΑΡΑΣ και η ΛΑΕ αντιτίθενται σε λογικές αντιπαραθέσεων και διαιώνισης συγκρούσεων στο εσωτερικό του κινήματος, οι οποίες μόνο περαιτέρω αρνητικές συνέπειες θα έχουν.
35. Τα γεγονότα αυτά συνιστούν αρνητικές εξελίξεις. Σε ένα πρώτο επίπεδο, η πολιτική για την ανάπτυξη ενός μπλοκ της ριζοσπαστικής αριστεράς, το οποίο να εκφράζεται στην κεντρική πολιτική σκηνή υποχωρεί μετά τη διαφαινόμενη διάλυση της Ενωτικής Πρωτοβουλίας, η οποία επιμένουμε ότι πρέπει να αποτραπεί. Το δεύτερο πεδίο στο οποίο απαιτούνται αναπροσαρμογές αφορά τις παρεμβάσεις της ΑΡΑΣ μέσα στο μαζικό κίνημα αλλά και στα συσπειρωσιακά σχήματα. Χαρακτηριστικό της στρατηγικής της ήταν η συνύπαρξη με άλλα ρεύματα και τάσεις μέσα σε σχήματα των κοινωνικών χώρων και των συνοικιών, παρά τις πολιτικές διαφορές και τις αντιθέσεις που αναπτύσσονταν. Έχοντας επίγνωση ότι καμία μεμονωμένη δύναμη δεν μπορεί να επιτύχει εκείνη τη συγκέντρωση δυνάμεων και την επίδραση στην πλατιά ανένταχτη μάζα που είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων. Σήμερα εμφανίζονται όρια σε αυτή τη στρατηγική για δύο λόγους: α) γιατί ορισμένες τάσεις, όχι μόνο δεν επιδιώκουν τη συνύπαρξη, αλλά αξιοποιούν τέτοιες μεθόδους διαβολής, συκοφαντίας, που δεν έχει νόημα η συνύπαρξη μαζί τους αν η στάση τους δεν τροποποιηθεί ουσιαστικά, β) γιατί αυτός ο χώρος έχει εγγράψει στο εσωτερικό του σοβαρούς μετασχηματισμούς, μετατοπίσεις και την εσωτερίκευση μορφών της κυρίαρχης ιδεολογίας με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Οι θεωρίες του φύλου και των ταυτοτήτων, ο ατομισμός και η αντίθεση στην οργανωμένη πάλη, ο φιλελευθερισμός, η αντίθεση στην πειθαρχία και στην περιφρούρηση οδηγούν σε μια σειρά αντιδραστικά φαινόμενα. Παρ’ όλα αυτά και, παράλληλα με την πολιτικοϊδεολογική διαπάλη που απαιτείται απέναντι σε αυτό τον πολιτικό και ιδεολογικό μετασχηματισμό, θα επιδιώκουμε να διατηρήσουμε ή να αναζητήσουμε γέφυρες επικοινωνίας και διαλόγου με δυνάμεις και πρόσωπα αυτού του χώρου που δεν συμφωνούν με αυτό τον μετασχηματισμό και αγωνιούν για την κατάσταση πολυδιάσπασης των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς και αδυναμίας πολιτικής παρέμβασής τους υπέρ των λαϊκών τάξεων.
36. Εκτιμώντας εκ των υστέρων τα γεγονότα, πρέπει να αποτιμήσουμε ότι συνιστούν μία αρνητική εξέλιξη. Α) Δεν εκτιμήθηκαν οι κλυδωνισμοί που θα παράγονταν στην Ενωτική Πρωτοβουλία. Β) Δεν εκτιμήθηκε ότι στην περιφρούρηση μίας σημαντικής στιγμής για το νεολαιίστικό και γενικότερα για το μαζικό κίνημα, όπως ο τριήμερος εορτασμός του Πολυτεχνείου, ήταν απαραίτητο να εμπλακεί ένα μεγαλύτερο εύρος δυνάμεων του μαζικού κινήματος. Γ) Δεν εκτιμήθηκε ορθά η στάση ενός μεγάλου τμήματος του χώρου της άκρας αριστεράς, η υποκρισία του και η ενσωμάτωση όλο και περισσότερο της κυρίαρχης ιδεολογίας όπως και οι ραγδαίοι μετασχηματισμοί που έχει υποστεί, παρά το γεγονός ότι τα δείγματα υπήρχαν. Εδώ και χρόνια υπάρχει μία ριζική μετατόπιση των οργανώσεων της άκρας αριστεράς που έχουν κάποιες προσβάσεις στη φοιτητική νεολαία. Μέχρι τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 2010 υπήρχαν εν μέρει κοινές αντιλήψεις για το θέμα της περιφρούρησης, παρά τις σημαντικές επιμέρους τακτικές διαφοροποιήσεις. Έτσι, υπήρχαν κοινές στάσεις όπως π.χ. στο Πολυτεχνείο το 2019, αλλά και από το 2015 και μετά στη διενέργεια των φοιτητικών εκλογών. Σταδιακά, από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 και επιταχυνόμενα μετά την πανδημία, η αντίληψη για την αναγκαιότητα της περιφρούρησης των κινηματικών και πολιτικών διαδικασιών και το ρόλο αναρχομηδενιστικών ομάδων υποχώρησε. Αυτό οφείλεται σε πολιτικές επιλογές και ιδεολογικές τομές. Το ΝΑΡ (σήμερα Κ.ΑΠΕ) εμβαθύνοντας την αριστερίστικη στροφή του στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο και σταδιακά διαχωριζόμενο από τα ΕΑΑΚ, ανέπτυξε κοινές στάσεις με τμήματα του χώρου των αναρχοαυτόνομων π.χ. μέσα στις φοιτητικές συνελεύσεις, αλλά και σε ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτιστικών πρακτικών. Η στάση αυτή είχε πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές επιπτώσεις. Οδηγεί σε μία μεγαλύτερη ιδεολογική εγγύτητα με τον ευρύτερο χώρο της αναρχοαυτονομίας, ειδικά στους χώρους της νεολαίας. Για αυτό εμφανίζονται και φαινόμενα συγκοινωνούντων δοχείων με αυτό το χώρο και διαρροών προς αυτόν. Με διαφορετικές μορφές, η ανοχή και η υποταγή οργανώσεων, όπως η Μετάβαση και η Αναμέτρηση, στην πραξικοπηματική πρακτική αυτών των ομάδων έχει ιδεολογικές αφετηρίες και επιπτώσεις. Εκτός από την οργανωτική αδυναμία, έχουν αναπτυχθεί σε μια σειρά ζητήματα ιδεολογικές συγκλίσεις με τμήματα του χώρου αυτού, αλλά και κοινές κοινωνικό – πολιτιστικές πρακτικές.
37. Μέσα από όλα αυτά αναδεικνύεται ένα επιπλέον κεντρικό ζήτημα. Το ζήτημα της υπεράσπισης σε τελική ανάλυση του ασύλου και των πολιτικών πρακτικών των φοιτητικών συλλόγων δεν κινητοποιεί μία μάζα φοιτητών. Αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι, παρά τις σημαντικές τομές στην εκπαίδευση (διαγραφές, ιδιωτικά πανεπιστήμια, ελεγχόμενη είσοδος, πειθαρχικά μέτρα), οι φοιτητές κρατάνε μία απόσταση από τις συλλογικές διαδικασίες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, παρ’ όλη την επικοινωνιακή καταιγίδα και το μπαράζ καταγγελιών, που αν τις έπαιρνε κανείς τοις μετρητοίς θα θεωρούσε ότι το φοιτητικό σώμα έχει συγκλονιστεί από αυτές, μετά το τριήμερο του Πολυτεχνείου σε πανελλαδικό επίπεδο δεν ολοκληρώθηκαν παρά ελάχιστες συνελεύσεις, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και όλα αυτά σε μία περίοδο που οξύνονται οι αντιδραστικές τομές στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με άμεσες υλικές επιπτώσεις για τους φοιτητές (διαγραφές, ιδιωτικοποιήσεις, πειθαρχικά). Αυτό είναι δείκτης της γενικότερης κατάστασης, αλλά και πόσο μακριά είναι αυτές οι καταγγελίες και αντιθέσεις από τα ενδιαφέροντα των φοιτητών. Αλλά και πόσο τυχοδιωκτικές είναι αυτές οι δυνάμεις που προτιμούν να επιφέρουν ένα συνολικότερο πλήγμα στο φοιτητικό συνδικαλισμό υπερασπιζόμενες τους ψευτοαναρχικούς, για να αποκομίσουν βραχυπρόθεσμα και εντελώς αμφισβητήσιμα οφέλη.
38. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι στις διαδικασίες περιφρούρησης σημαντικών γεγονότων του μαζικού κινήματος είναι απαραίτητο να εμπλέκεται ένα ευρύτερο τμήμα πολιτικών δυνάμεων και κυρίως του κοινωνικού υποκειμένου.
39. Με βάση τις εξελίξεις που προέκυψαν μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου 2025 μπορούμε να βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα:
i. Η διασφάλιση ανοιχτού, μαζικού Πολυτεχνείου, σταθμίστηκε ως το σημαντικότερο ζήτημα του τριημέρου του Πολυτεχνείου. Η στάθμιση αυτή, εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι δεν ήταν ορθή. Και αυτό παρά το γεγονός ότι μέσα στη συνολικότερη αρνητική εξέλιξη, υπάρχουν και θετικά στοιχεία: α) αποτράπηκε η κατάληψη κτιρίου από αυτές τις ομάδες και η αξιοποίησή του, κάτι που θα είχε σημαντικές επιπτώσεις για την όλη εξέλιξη του εορτασμού, αλλά και ευρύτερα, β) από εδώ και πέρα θα είναι δύσκολο σε αυτές τις ομάδες να προχωρήσουν σε επιθέσεις στις πλάτες του μαζικού κινήματος σε διαδηλώσεις στο βαθμό που, για να αποκτήσουν υποστήριξη, ενδύθηκαν το μανδύα των «απλών παιδιών», που ήθελαν απλά να βρουν ένα χώρο για να κάνουν εκδηλώσεις στο τριήμερο. Όπως επίσης θα είναι δύσκολο σε αυτούς που τους υποστήριξαν να συνεχίσουν να το κάνουν, όταν θα επιχειρήσουν να επαναλάβουν τις αντίστοιχες πρακτικές τους.
ii. Δεν εκτιμήθηκαν οι επιπτώσεις που θα είχε στη συνεργασία της ΛΑΕ με το ΜέΡΑ25, όπως και ο βαθμός του αντιδραστικού μετασχηματισμού της «άκρας αριστεράς».
iii. Η διασφάλιση ανοιχτού, μαζικού Πολυτεχνείου δεν έγινε κτήμα ενός μεγαλύτερου τμήματος του φοιτητικού κινήματος.
iv. Η περιφρούρηση των διαδικασιών του μαζικού κινήματος είναι μία στρατηγική αναγκαιότητα. Όμως, στο πλαίσιό της, μπορούν να συμβούν λανθασμένες τακτικές επιλογές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο:
α. είτε θα έπρεπε να είχαν αναζητηθεί τρόποι αποφυγής πιθανών προβοκατόρικων δράσεων, με μορφές που θα διασφάλιζαν την συμμετοχή των φορέων του μαζικού κινήματος και άλλων πολιτικών τάσεων,
β. είτε, εφόσον εκτιμούνταν ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό, να αφήνονταν τα γεγονότα να εξελιχθούν, και να αναδεικνύονταν με πολιτικούς όρους τα αποτελέσματα τους ένα επόμενο διάστημα.
Αυτά τα συμπεράσματα, την αυτοκριτική μας και τις καλόπιστες κριτικές που μας ασκήθηκαν για τα γεγονότα του πολυτεχνείου 2025 θα τις πάρουμε σοβαρά υπόψη στην δράση και στις πρακτικές μας την επόμενη περίοδο.

Για τα πολιτικά καθήκοντα μέσα στα νέα δεδομένα

40. Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου διαμορφώνουν νέα δεδομένα. Εκτός από αυτά που αναφέραμε παραπάνω για την παρέμβαση στην κεντρική πολιτική σκηνή και στους κοινωνικούς χώρους, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα αναχώματα, τους φραγμούς και τις επιθέσεις που επιδιώκουν να υλοποιήσουν ομάδες της αναρχοαυτονομίας, επικουρούμενες σε πολιτικό επίπεδο από την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, τη Μετάβαση και την πλειοψηφούσα τάση της Αναμέτρησης. Όπως και τις επιπτώσεις του οχετού που εκτοξεύουν οι αντιδραστικές μιντιακές περσόνες.
41. Ομάδες της αναρχοαυτονομίας καλούν σε πολιτικό «εκτοπισμό» της ΑΡΑΣ. Είναι βαθιά γελασμένοι. Η η ΑΡΑΣ είναι μία σχετικά μαζική κομμουνιστική οργάνωση. Το ιστορικό ρεύμα από το οποίο προέρχεται και έχει αναφορά έχει αντιμετωπίσει μπουραντάδες και ταγματασφαλίτες, φυλακές, ξερονήσια και εκτελέσεις, βασανιστήρια και φυλακίσεις στη δικτατορία, την κρατική καταστολή στην μεταπολίτευση, συλλήψεις, δακρυγόνα και πάρα πολλές επιθέσεις. Αλλά και οι νεότεροι, είναι αυτοί που στάθηκαν όρθιοι σε μια σειρά αγώνες, στις απαγορεύσεις των διαδηλώσεων και στην καραντίνα, ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία, στην διαδήλωση της 28ης Φλεβάρη κ.λπ.. Δεν πρόκειται να τρομοκρατηθούν από αυτούς που κινούνται στο σκοτάδι, από αυτούς που στήνουν ενέδρες σε χώρους εργασίας και χτυπάνε γυναίκες.
42. Οι ομάδες αυτές επικουρούνται πολιτικο – ιδεολογικά από τμήματα και περσόνες της «άκρας» αριστεράς. Θέλουν να διαμορφώσουν μία εικόνα ότι δομικό στοιχείο της ΑΡΑΣ είναι η βίαιη επιβολή επί των πολιτικών αντιπάλων. Και αυτό το προβάλλουν ομάδες που ενδύονται το μανδύα του αναρχικού, οι οποίες έχουν δομικό στοιχείο τη διαρκή αντικοινωνική βία, ή και πολιτικές οργανώσεις και πρόσωπα της «άκρας αριστεράς» που είναι ιστορικά ταυτισμένες με τους τραμπουκισμούς, τη συκοφαντία και τη λασπολογία και εδώ και δεκαετίες αναπαράγουν σαν φάρσα τις πιο αρνητικές παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος. Οι κατασκευές αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και αυτό είναι προφανές στα μέλη, στους φίλους, στο δυναμικό που έχει αναφορά στην ΑΡΑΣ, αλλά και σε αγωνιστές που συνεργάζονται με τις δυνάμεις της σε κοινωνικούς χώρους και πολιτικά μέτωπα. Ποτέ η ΑΡΑΣ δεν αντέδρασε στην πολιτική κριτική η οποία εκτοξευόταν εναντίον της, όσο σκληρές και άδικες και αν ήταν πολλές φορές. Δομικό στοιχείο της ΑΡΑΣ δεν είναι η βίαιη επιβολή σε άλλες πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς και του κινήματος, αλλά ο διάλογος, η κοινή δράση, η συνεργασία για την πιο αποτελεσματική αγωνιστική εξυπηρέτηση των λαϊκών συμφερόντων. Και αυτό το αποδείξαμε με τις ενωτικές πρωτοβουλίες που παίρναμε σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Επίσης, συντασσόμαστε με την κατεύθυνση που αναφέρει η σχετική ανακοίνωση της Π.Γ. της ΛΑΕ ΑΑ «Διαφωνούμε με λογικές και πρακτικές ενδοκινηματικών συγκρούσεων, δεν εντάσσονται στο αξιακό της σύστημα και πρέπει να σταματήσουν. Θεωρούμε ότι τα όποια προβλήματα στον κινηματικό χώρο θα πρέπει να λύνονται με ουσιαστικό διάλογο, πολιτικούς τρόπους και με όρους μαζικού κινήματος».
43. Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν και οι επιπτώσεις καθιστούν αναγκαία την επιτάχυνση του μετασχηματισμού και της ανασυγκρότησης της ΑΡΑΣ. Σε επίπεδο πολιτικών παρεμβάσεων:
i. Με μαζικούς όρους προπαγανδίζουμε την πραγματική διάσταση, τα πολιτικά δεδομένα και τις πολιτικές στρατηγικές που αντανακλούν οι διαφορετικές επιλογές και στάσεις στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα, αλλά και στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αποκρούουμε τα ψέματα και τις συκοφαντίες: α) οι θέσεις που διατυπώνουμε είναι πολύ πιο ορθολογικές και πιο συμβατές τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο με τις αντιλήψεις των ευρυτέρων φοιτητικών στρωμάτων, αλλά και με τις αντιλήψεις του λαϊκού κόσμου αλλά και τους ευρύτερου κόσμου που αναφέρεται στην αριστερά, β) η πολιτική δράση, οι παρεμβάσεις αλλά και τα δίκτυα σχέσεων της ΑΡΑΣ δεν μπορούν να ακυρωθούν. Μέσα από την πολιτική της δράση η ΑΡΑΣ έχει έρθει σε επαφή με δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους και νέους.
ii. Τα νέα δεδομένα που συγκροτούνται, όπως περιγράφηκαν παραπάνω, καθιστούν επιτακτική την οργανωτική αναβάθμιση και διεύρυνση του πεδίου των πολιτικών πρακτικών της οργάνωσης και συνολικότερα της ΛΑΕ, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες που δίνουν τα μεγέθη της. Αυτό καθιστά υποχρεωτική τη στήριξη σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό στις δικές μας πολιτικές δυνάμεις και σε αυτές της ΛΑΕ. Σημαντικό στοιχείο της παρέμβασης μας το επόμενο διάστημα οφείλει να είναι η πολιτική, ιδεολογική και κινηματική ανάπτυξη του αντιϊμπεριαλιστικού κινήματος. Το γεγονός αυτό είναι άμεσα συνυφασμένο με την υπεράσπιση των αναφορών του κομμουνιστικού κινήματος ενάντια στον «εξευρωπαϊσμό» και την «δυτικοποίηση» ρευμάτων και οργανώσεων του χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ΑΡΑΣ και η ΛΑΕ θα απεμπολήσουν την πολιτική στρατηγική για μία προοπτικά ευρύτερη ανασύνθεση ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής αριστεράς, που εξακολουθεί να είναι επιτακτική, με βάση και την διαμόρφωση του πολιτικό ιδεολογικού συσχετισμού. Στα πλαίσια αυτά, είμαστε ανοικτοί σε καλόπιστες κριτικές και συζητήσεις και στην αυτοκριτική. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή πρέπει να έχει περισσότερο κέντρο αναφοράς τα πληττόμενα λαϊκά στρώματα που εντάσσονται με την ευρύτερη έννοια στην κοινωνική και πολιτική αριστερά και όχι τις πολιτικο – ιδεολογικά μετασχηματισμένες οργανώσεις και τις εκφυλισμένες περσόνες ενός σημαντικού τμήματος του χώρου της «άκρας αριστεράς».
iii. Οφείλουμε να μπούμε σε μία διαδικασία συνολικότερης ανασυγκρότησης και ανανέωσης. Ένα νεότερο στελεχιακό δυναμικό πρέπει να αναλάβει περισσότερους και συνολικότερους πολιτικούς ρόλους. Αυτό ανταποκρίνεται σε πολλές αναγκαιότητες. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, προκηρύσσουμε την Γ’ Συνδιάσκεψη της ΑΡΑΣ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, για την χάραξη της συνολικότερης πολιτικής της κατεύθυνσης, την πολιτικό – οργανωτική της αναβάθμιση και την αποτίμηση της δράσης της.
iv. Αντικείμενο της Συνδιάσκεψης, μεταξύ άλλων, θα είναι η διερεύνηση της δυνατότητας για την ανασυγκρότηση και μετασχηματισμό μεσοπρόθεσμα της ΛΑΕ ως κόμματος με αριστερή ριζοσπαστική και κομμουνιστική αναφορά, με τη λειτουργία τάσεων στο εσωτερικό της. Ήδη τα δέκα χρόνια της λειτουργίας της ΛΑΕ υπάρχει σημαντική ώσμωση σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο με τη βασική τάση του Αριστερού Ρεύματος, αλλά και με ανένταχτους αγωνιστές που επιμένουν στο εγχείρημα. Η στάση των ηγετικών στελεχών της ΛΑΕ και συνολικά του Αριστερού Ρεύματος στα πρόσφατα γεγονότα ήταν στάση πολιτικών αρχών που δείχνει μία βαθιά συνέπεια, ανάλογη με την απεμπόληση υπουργικών και βουλευτικών θέσεων την περίοδο του τρίτου μνημονίου. Η επιλογή του Αριστερού Ρεύματος αντανακλά μία μακροπρόθεσμη πολιτική επιλογή διατήρησης και αναπαραγωγής ενός πολιτικο – ιδεολογικού ρεύματος της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η πολιτική κατεύθυνση της ΑΡΑΣ, σε συνεργασία με το Αριστερό Ρεύμα, για την ανασυγκρότηση της Λαϊκής Ενότητας από το 2019 κρίνεται απολύτως ορθή και επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα ύπαρξης στην Ελλάδα ενός πολιτικo – ιδεολογικού ρεύματος με αναφορά στο κομμουνιστικό κίνημα και στις κομμουνιστικές παρακαταθήκες. Το ζήτημα είναι πώς μπορούν να συντεθούν τα θετικά στοιχεία των δύο τάσεων. Από την μια πλευρά, η εμπειρία στη μαζική πολιτική και η εμβέλεια του Αριστερού Ρεύματος και, από την άλλη πλευρά, ο δυναμισμός και τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της ΑΡΑΣ, έτσι ώστε να συνεχίσει να υπάρχει και να αναπαράγεται, διευρυμένα και μετασχηματιζόμενο, ένα ιστορικό ρεύμα που αποτελεί έναν από τους κληρονόμους της ελληνικής κομμουνιστικής αριστεράς. Μία τέτοια διαδικασία κομματικής συγκρότησης δεν αφορά μόνο το Αριστερό Ρεύμα και την ΑΡΑΣ, αλλά και ανένταχτους αγωνιστές εντός ή στον περίγυρο της ΛΑΕ. Αφορά επίσης ομάδες ή άτομα που έχουν μία παραπλήσια αναφορά στο κομμουνιστικό κίνημα με αντιϊμπεριαλιστική δεσπόζουσα. Όπως επίσης και διαμορφωμένα ή υπό διαμόρφωση τμήματα με κοντινές στη ΛΑΕ πολιτικο – ιδεολογικές αναφορές. Είναι τέτοια η κρίση της «άκρας αριστεράς» και οι αντιφάσεις που την διαπερνούν, αλλά και τα όρια που σύντομα θα συναντήσει, που ορισμένα μικρά τμήματα με πιο υγιείς αντιλήψεις θα αναζητήσουν μία πολιτική διέξοδο. Μία τέτοια διαδικασία απαιτεί προσεκτικά βήματα διαμόρφωσης πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου και οργανωτικών δομών. Σε μία πρώτη φάση, αυτό που πρέπει να διερευνηθεί είναι η διαμόρφωση ενιαίου κόμματος που θα λειτουργεί με τις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, με βασικό κριτήριο την πολιτική ενότητα και ένα κοινό πλαίσιο ιδεολογικών αρχών. Σε αυτή τη φάση, σε ένα τέτοιο κόμμα θα διατηρούνται ιδεολογικά ρεύματα στο εσωτερικό του, στο βαθμό που η επίτευξη μίας ανώτερης ιδεολογικής ενότητας είναι μία πιο μακροπρόθεσμη διαδικασία. Η επιδίωξή μας πρέπει να είναι ότι κόντρα σε δυσκολίες και στους καιρούς, το ιστορικό ρεύμα που ένα τέτοιο εγχείρημα θα εκφράζει ως ένα από τους κληρονόμους των παρακαταθηκών και των εμπειριών του κομμουνιστικού κινήματος θα αναπτύξει περαιτέρω την πρωτοπόρα δράση του μέσα στην ταξική πάλη.

Share.

Comments are closed.