Για ένα νικηφόρο τρίτο κύκλο αντιμνημονιακού αγώνα

0

Δημοσιεύουμε την παρέμβαση του Δημήτρη Σαραφιανού, μέλους της ΠΓ της ΑΡΑΣ και της προσωρινής ΠΓ της Λαϊκής Ενότητας, στην Πανελλαδική Σύσκεψη της Λαϊκής Ενότητας που διεξήχθη στις 21-22 Νοεμβρίου.

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΙΚΗΦΟΡΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΚΛΟ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

 Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η Πανελλαδική μας σύσκεψη είναι το πρώτο βήμα σε μια διαδικασία που έχει ως επόμενα βήματα  τη συγγραφή του κειμένου θέσεων, τη συζήτηση του στις πολιτικές επιτροπές και τελικά την ιδρυτική Πανελλαδική μας Συνδιάσκεψη. Είναι προφανές ότι ήδη από σήμερα ο πλούσιος προβληματισμός που αναπτύσσεται θα συμβάλλει στη διαδικασία αυτή, αλλά και θα μπολιάσει τη δράση μας μέχρι τότε.

Τίθεται και σωστά το βασικό ζήτημα του απολογισμού. Έναν απολογισμό που δεν αρκεί να τον αντιμετωπίσουμε με όρους ενδοαριστερής συζήτησης και ιδεολογικής καθαρότητας. Πρέπει να αναμετρηθούμε με το βασικό ερώτημα πώς φτάσαμε ως εδώ για να προσανατολίσουμε τη δράση μας και να ξεπεράσουμε τα λάθη του παρελθόντος. Πώς από τις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2010-2012, την κατάρρευση του παλιού δικομματισμού, την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, την ηρωική καταψήφιση των μνημονιακών μέτρων στο δημοψήφισμα οδηγηθήκαμε στην προδοσία της 13ης Ιουλίου, την απογοήτευση, την ήττα των εκλογών, (μια ήττα για όλη την αριστερά και το λαϊκό κίνημα) και στην -πρόσκαιρη έστω- επικύρωση του 3ου χειρότερου μνημονίου

Δυο είναι οι βασικές αιτίες για αυτή την ήττα και αφορούν όλη την αριστερά: α) καμιά δύναμη της αριστεράς δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη να προβάλει και να υποστηρίξει ένα πειστικό και συνεκτικό μεταβατικό πρόγραμμα φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση- κατά συνέπεια ούτε ο λαός ήταν προετοιμασμένος να αποδεχθεί έναν εναλλακτικό δρόμο και β) δεν είχαν δημιουργηθεί τέτοιες οργανικές σχέσεις με τις μάζες που να τις θέτουν σε διαρκή κίνηση για την υπεράσπιση των ταξικών τους συμφερόντων, έτσι ώστε να δημιουργούνται αναχώματα στο ενδεχόμενο μνημονιακής μετάλλαξης.

ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΣΗ

Το στοίχημα χάθηκε πρωτίστως την περίοδο 2010-2012, στον πρώτο κύκλο του αντιμνημονιακού αγώνα, όταν ο κόσμος ήταν στους δρόμους και θα μπορούσε να είχε συγκροτηθεί ένα πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο στη βάση του μεταβατικού προγράμματος (διαγραφή του χρέους, εθνικοποιήσεις τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων με εργατικό-κοινωνικό έλεγχο, αύξηση του κοινωνικού μεριδίου για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, έξοδος από ΟΝΕ, σύγκρουση με ΕΕ). Σ’αυτό έχουν πράγματι ιστορική ευθύνη οι δυνάμεις της αριστεράς  που είτε περιορίζονταν σε μια κατεύθυνση πάλης ενάντια στη λιτότητα και θολού αντινεοφιλελεύθερου μετώπου (χωρίς απαραίτητα ρήξη με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς), είτε έθεταν ως όριο συγκρότησης του μετώπου την αντικαπιταλιστική ανατροπή, είτε εκτός από την παραπομπή της λύσης στην λαϊκή εξουσία, γύριζαν ταυτόχρονα την πλάτη τους στον κόσμο. Και αυτή η ευθύνη είναι πολύ πιο σημαντική από το εάν η αποχώρηση της αριστερής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ γινόταν τον Φλεβάρη του 2015 (που οπωσδήποτε θα είχε και πολύ μικρότερο εύρος απ’ότι μετά την ψήφιση του 3ου μνημονίου)

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εμπέδωση των μνημονιακών πολιτικών επέδρασε καταλυτικά στις κοινωνικές συνθήκες ζωής πλατιών λαϊκών στρωμάτων. Τα τεράστια ποσοστά ανεργίας και επισφαλούς ελαστικής εργασίας, αλλά και η συντριπτική μείωση των μισθών εν σχέσει προς το κόστος ζωής και φορολογικών υποχρεώσεων οδήγησαν πλατιά λαϊκά στρώματα σε έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης. Εστω και μια μέρα απεργίας, ένα χαμένο μεροκάματο, μπορεί να τινάξει στον αέρα τον προϋπολογισμό μιας λαϊκής οικογένειας. Πόσο μάλλον η απειλή της απόλυσης ή της διαθεσιμότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αρκετές οικογένειες συντηρούνται από δίκτυα αλληλεγγύης (που διαμορφώνουν έτσι και ειδικούς όρους δέσμευσης και εκπροσώπησης αυτών των οικογενειών) ή από συνταξιούχους συγγενείς.

Πλην όμως, στο έδαφος της εμπέδωσης των αποτελεσμάτων της μνημονιακής πολιτικής και της ήττας των κινητοποιήσεων 2010-2012 ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να ανατροφοδοτήσει την κνιηματική αδράνεια: ας θυμηθούμε ότι η απόσυρση του ΣΥΡΙΖΑ από τα κινήματα και η στροφή του προς την πολιτική του ώριμου κυβερνητικού φρούτου συνδυαζόταν με το δόγμα «το κίνημα δεν τραβάει». Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε μια πολιτική έκφραση με αντιφατικά πολιτικά χαρακτηριστικά και πρωτίστως εύκολη: υποσχόταν μια λύση χωρίς πολλές συγκρούσεις και με όρους ανάθεσης. Πέραν αυτού, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ με συστηματικό τρόπο επιδίωξε με συνεχείς δεξιές μετατοπίσεις –και με την ιδιαίτερη χρήση κρατικών μηχανισμών μετά την κυβερνητική εκλογή της- να διαμορφώσει ένα κοινωνικό μπλοκ αποδοχής μιας ενδεχόμενης μετάλλαξης. Οι μετατοπίσεις αυτές, που στο όραμα της κατάληψης του κυβερνητικού κέντρου, έσερναν και την εσωκομματική αντιπαράθεση προς τα δεξιά, διαμόρφωναν έναν μιθριδατισμό στο εκλογικό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ που ήταν πολύ ευρύτερο του κομματικού μηχανισμού και με το οποίο καμιά από τις πτέρυγες δεν είχε οργανική σύνδεση. Η διαφορά είναι ότι για τις τάσεις εκείνες που ήθελαν να εκφράσουν έναν δρόμο φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση η οργανική σύνδεση με τα στρώματα αυτά και η εμπλοκή τους σε κινηματικές διαδικασίες ήταν απαραίτητος όρος για να διαμορφωθούν ουσιαστικά αναχώματα στη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το ακριβώς αντίθετο ίσχυε για την ηγετική ομάδα που της αρκούσε η χρησιμοποίηση πολιτικών και ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους για να διαμορφώνει όρους στήριξης από μερίδες του κεφαλαίου και «εκπροσώπησης» του λαού από το πρόσωπο του ηγέτη πρωθυπουργού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αριστερή Πλατφόρμα έδωσε σημαντικές εσωκομματικές μάχες προκειμένου να δείξει ότι ο δρόμος περνά μέσα από τη σύγκρουση με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς. Όπως και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δόθηκαν μάχες για να επικρατήσει μια ενιαιομετωπική γραμμή. Πόσο όμως έγινε κοινωνός ο ευρύτερος κόσμος αυτών των αντιπαραθέσεων; Πόσο ενεπλάκη σε αυτές;

Ακόμα και το δημοψήφισμα –κίνηση υψηλού ρίσκου στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης- διεξήχθη και αυτό με όρους ανάθεσης και η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τους κρατικούς μηχανισμούς προκειμένου να το σημασιοδοτήσει κατά το δοκούν. Δεν υπήρξαν οργανωμένες λαϊκές δομές, ούτε πριν, ούτε μετά το δημοψήφισμα (π.χ. πολιτικές και κοινωνικές επιτροπές του ΟΧΙ) που να συγκροτούν ευρύτερα λαϊκά στρώματα σε μια κατεύθυνση υπεράσπισής του. Δομές που βέβαια δεν μπορούσαν να φτιαχτούν εν μια νυκτί και με τον πλατύ λαϊκό κόσμο σε κινηματική ύπνωση μέχρι και δέκα μέρες πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Αυτό προϋπέθετε μια δουλεμένη πολιτική κατεύθυνση ενιαίου μετώπου που ακόμα παρουσίαζε πολλές αντιφάσεις τόσο για τις δυνάμεις που ήταν μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ (και ήλπιζαν σε έναν αναπροσανατολισμό του κόμματος), όσο και έξω από αυτόν (και συνέχεαν το μεταβατικό πρόγραμμα με την αντικαπιταλιστική ανατροπή).   Δεν γύρισε συνεπώς μετά το δημοψήφισμα ένα κουμπί και εξαφάνισε τις αντιμνημονιακές διαθέσεις του κόσμου. Ο κόσμος αντιμνημονιακές διαθέσεις εξακολουθεί να έχει. Αλλά δεν είναι οι διαθέσεις που παράγουν πολιτική: είναι οι πρακτικές, τα προγράμματα και οι πολιτικές.

Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε συνεπώς ως ώριμη από καιρό πάνω σε αντικειμενικές προϋποθέσεις (την εγγενή αντιφατικότητα του προγράμματος του, την κινηματική άπνοια, τον συστηματικό προσανατολισμό της ηγετικής του ομάδας σε μια λογική φιλοευρωπαϊσμού και αποδοχής του δόγματος «η έξοδος από την ΟΝΕ θα είναι καταστροφική», την έλλειψη ενός αριστερού εναιομετωπικού πόλου έξω από το ΣΥΡΙΖΑ που να διαμορφώνει συνθήκες πίεσης).

ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ, ΤΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΕΥΡΩ, ΤΗΣ ΡΗΞΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ούτε ότι η αντιφατικότητα του μορφώματος ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση δεν περιείχε ιδιαίτερες αντιφάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμα και στην έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη (έστω ως ατύχημα), ούτε ότι δεν υπάρχουν εξίσου αντικειμενικές παράμετροι που ναρκοθετούν την ομαλή πολιτική εκπροσώπηση των λαϊκών στρωμάτων από τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ (ένταση και αδιέξοδα της μνημονιακής  πολιτικής). Για να εκραγούν όμως αυτές οι νάρκες προϋποτίθεται ότι θα συγκροτηθούν εκείνες οι πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις που αφενός μεν θα θέτουν σε κίνηση ευρύτερες λαϊκές μάζες για την διεκδίκηση των συμφερόντων τους (πρωταρχικά ως αντίσταση στις πιο βάρβαρες όψεις της μνημονιακής πολιτικής: ασφαλιστικό και πλειστηριασμοί, ιδιωτικοποιήσεις και ξεκλήρισμα της αγροτιάς), αφετέρου θα συγκροτούν ένα πρόγραμμα που θα πείθει τις κινητοποιούμενες μάζες ότι ο αγώνας τους μπορεί να έχει αποτέλεσμα, ότι υπάρχει άλλος δρόμος χωρίς μνημόνια, χρέος, ευρώ. Και αυτές οι δυο προϋποθέσεις είναι διαλλεκτικά δεμένες μεταξύ τους αφού αν δεν πεισθούν για την κατεύθυνση του άλλου δρόμου οι λαϊκές μάζες δεν πρόκειται να κινητοποιηθούν, ενώ αν δεν κινητοποιηθούν οι μάζες και δεν αποκτήσει το μέτωπο του άλλου δρόμου οργανική σύνδεση μαζί τους, άλλος δρόμος δεν θα υπάρξει παρά μόνο στα κεφάλια κάποιων θεωρητικών. Ακόμα και αν το πρόγραμμα δεν μπορεί να αποκτήσει την απαιτούμενη πληρότητα χωρίς να εμπλακεί ο ίδιος ο κόσμος ακόμα και στη διαδικασία της σύνταξής του, σε κάθε περίπτωση είναι απόλυτη ανάγκη να βαθύνουν ακόμα περισσότερο και να γίνουν κτήμα όλου του στελεχιακού δυναμικού της αριστεράς οι επεξεργασίες που αποδεικνύουν ότι αυτός ο δρόμος είναι μεν δρόμος δύσκολος (οι ευκολίες τέλειωσαν με την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ), σκληρός (αφού θα μας φέρει αντιμέτωπους με όλες τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και της ελληνικής αστικής τάξης, όπως αποδείχθηκε και στις μέρες του δημοψηφίσματος) αλλά βιώσιμος: ότι μπορεί να εξασφαλίσει την διατροφική επάρκεια, την επάρκεια σε φάρμακα και καύσιμα.  Αυτό είναι ένα μεγάλο στοίχημα για τη ΛΑΕ, αλλά και για κάθε άλλον αγωνιστή που αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα του ενιαίου μετώπου για μια φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση.

Ακόμα κι αν δεν καταφέραμε να πείσουμε τις μάζες, γιατί δεν ήμασταν έτοιμοι να τις πείσουμε, αυτό δεν σημαίνει ότι ο δρόμος αυτός δεν αφορά τις μάζες: τα λαϊκά στρώματα μάθανε πολύ καλά από την πείρα τους ότι μέσα στην ΟΝΕ μόνος δρόμος είναι τα μνημόνια. Το ζήτημα είναι να αναδείξουμε ότι υπάρχει όντως άμεση και πειστική εναλλακτική. Το θέμα του ευρώ είναι πράγματι ο κόμβος: ο κόμβος του φόβου, αλλά και ο κόμβος της λύσης, ο κόμβος όπου συμπυκνώνεται σήμερα η ταξική αντιπαράθεση.

Πράγματι η αριστερά δεν έχει νομισματικά φετίχ. Όμως το ευρώ πέραν του ότι ρυθμίζεται από μια σειρά νεοφιλελεύθερων συνθηκών που καθιερώνουν σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές (από την κινεζοποίηση των μισθών μέχρι την κατεδάφιση των κοινωνικοασφαλιστικών συστημάτων) είναι ένα σκληρό νόμισμα μέσα σε μια νομισματική ένωση χωρών και κεφαλαίων με μεγάλες αποκλίσεις παραγωγικότητας. Το ευρώ, όπως και κάθε άλλο σκληρό νόμισμα, κλειδώνοντας τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και αναιρώντας τη δυνατότητα των κρατών μελών να εξισορροπούν τις διαφορές στην παραγωγικότητα των κεφαλαίων μέσω υποτιμήσεων εκθέτει τα κεφάλαια  στον διεθνή ανταγωνισμό ωθώντας τα είτε σε διαρκείς αναδιαρθρώσεις, είτε στην απαξίωση και καθιστά ταυτόχρονα ως μόνο τρόπο προσαρμογής την λιτότητα, την περικοπή των μισθών και την εσωτερική υποτίμηση. Περαιτέρω αποκρυσταλλώνει την ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο πλέον αντιμετωπίζει λιγότερους κινδύνους στις αποδόσεις του και διευκολύνεται στη μεταφορά κεφαλαίων. Με αυτό τον τρόπο το ευρώ αποτελεί ένα μηχανισμό που συνωθεί όλες τις μερίδες του κεφαλαίου (ακόμα και των λιγότερο παραγωγικών) να συνασπισθούν υπό την ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου στην νεοφιλελεύθερη ρύθμιση με αντάλλαγμα την άρση των κοινωνικών κατακτήσεων. Μέσα σε μια νομισματική ένωση χωρών και κεφαλαίων με μεγάλες αποκλίσεις παραγωγικότητας, όπως η ΟΝΕ, το ευρώ αποκρυσταλλώνει την ηγεμονία των πιο ιμπεριαλιστικών χωρών: αυξάνει τα πλεονάσματα για τις ισχυρές χώρες, διογκώνει τα ελλείμματα και το χρέος για τις πιο αδύναμες. Καθίσταται ο συγκολλητικός ιστός ενός συνασπισμού εξουσίας υπό την ηγεμονία των πιο μονοπωλιακών, χρηματοπιστωτικών μερίδων του κεφαλαίου. Και όσο πιο αδύναμα τα κεφάλαια, όσο πιο πολύ φοβούνται την έκθεσή τους σε μια «παγκοσμιοποιημένη» οικονομία, τόσο πιο πολύ προσδένονται στο άρμα αυτού του συνασπισμού.  Ετσι στην Ελλάδα όλες οι μερίδες της αστικής τάξης προσδένονται στο άρμα αυτής της στρατηγικής. Αντιλαμβάνονται ότι τυχόν έξοδός τους από την ΟΝΕ θα σηματοδοτήσει μια ακόμα πιο σημαντική υποβάθμισή τους στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας και θα παλέψουν πράγματι με κάθε μέσο για να το αποφύγουν.

Η ρήξη με το ευρώ είναι λοιπόν προϋπόθεση της ρήξης με τη λιτότητα. Είναι όμως και μια αντικαπιταλιστική στρατηγική. Η μόνη αντικαπιταλιστική στρατηγική. Γιατί πράγματι όσο πιο πολύ κανείς απομακρύνεται από τον κόμβο, όσο πιο αφηρημένος γίνεται ο αντικαπιταλισμός του, τόσο πιο ακίνδυνος γίνεται για το σύστημα, την αστική τάξη και τα συμφέροντά της.

Όμως και η ρήξη με την ΕΕ δεν είναι απλά ένα μπούλετ του προγράμματος. Είναι σίγουρο ότι τα μέτρα που θα ληφθούν για την εφαρμογή του προγράμματος έρχονται σε ευθεία σύγκρουση και με τις πολιτικές, αλλά και με τις συνθήκες της ΕΕ: η ενίσχυση των αγροτών έρχεται σε αντίθεση με τη νεα ΚΑΠ που οδηγεί στο ξεκλήρισμά τους, οι εθνικοποιήσεις  τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, καθώς και έλεγχοι της αγοράς έρχονται σε αντίθεση με την απελευθέρωση των αγορών. Στο έδαφος αυτής της σύγκρουσης θα βρεθούμε μπροστά στην ενεργοποίηση των μηχανισμών της ΕΕ  με συνεχείς παραπομπές της χώρας μας ενώπιον του ΔΕΕ, με περικοπή πόρων και επιβολή προστίμων. Όταν συνεπώς προχωρήσουμε στην επεξεργασία του προγράμματος θα ήταν μέγα λάθος να θεωρήσουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε π.χ. στις επιδοτήσεις της ΚΑΠ ή στους πόρους του ΕΣΠΑ. Πολλώ δε μάλλον αφού θα προβούμε σε μονομερή  διαγραφή του χρέους Αντίθετα θα πρέπει να προετοιμάσουμε το λαό, ώστε να είναι έτοιμος να απαντήσει σε μια τέτοια επίθεση και η απάντησή του, όπως επισημαίνει και η εισήγηση, θα πρέπει να είναι και πάλι ένα περήφανο ΟΧΙ: δεν θα διακυβεύσουμε και θα υπερασπισθούμε μέχρι τέλος τις κατακτήσεις μας και το ριζοσπαστικό μας πρόγραμμα, δεν θα υποκύψουμε, θα βγούμε με το κεφάλι ψηλά.

Εθεσε σωστά ο σ.Γλέζος το ερώτημα: η Ελλάδα έχει προσφέρει πολλά στην Ευρώπη, μας χρωστάνε-δεν τους χρωστάμε. Θα τους τη χαρίσουμε; Φυσικά και όχι. Η ΕΕ όμως δεν είναι η Ευρώπη. Δεν είναι παρά μια λυκοσυμμαχία κεφαλαίων, μια προδοσία των ουμανιστικών ιδανικών, μια προδοσία κάθε έννοιας δημοκρατίας, κάθε έννοιας κοινωνικής αλληλεγγύης που προσέδιδαν ηθικό κύρος στο άκουσμα της λέξης «Ευρώπη». Και αν θέλουμε να κρατήσουμε ψηλά τη σημαία των αξιών αυτών πρέπει να συγκρουστούμε με την ΕΕ της λιτότητας, της ακύρωσης κατακτήσεων και δικαιωμάτων, την ΕΕ των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των πνιγμένων παιδιών. Μια γενναία ανυποχώρητη στάση του ελληνικού λαού μπορεί να δείξει στους λαούς της Ευρώπης ότι  αξίζει να περπατήσουμε μαζί όχι το δρόμο της υποταγής, το δρόμο που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το δρόμο της ανατροπής, της διάλυσης της ΕΕ και της ισότιμης συνεργασίας των λαών.

Ακόμα κι έτσι στα πλαίσια του διεθνοποιημένου καπιταλισμού θα δεχθούμε ισχυρές επιθέσεις, τόσο από μέσα, όσο και απ’έξω. Αλλά ο λαός μας θα έχει ανεβάσει χάρη στις νίκες του επίπεδο ταξικής συνείδησης και θα θέτει κι ο ίδιος το πρόταγμα: προχωράμε. Στην αριστερά θα ξαναπέσει το βάρος να μην τον προδώσει για άλλη μια φορά. Και γι αυτό πρέπει να διαθέτει ισχυρές ρίζες στα λαϊκά στρώματα, αλλά και τόλμη και αποφασιστικότητα, την τόλμη να θέσει και νεα μεταβατικά αιτήματα. Διαφορετικά είτε δεν θα ξεκινήσει ποτέ, είτε θα αφήσει τον λαό ξεκρέμαστο στα μισά του δρόμου.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Στον πρώτο κύκλο του αντιμνημονιακού αγώνα 2010-2012 οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα βγήκαν στους δρόμους και αντιστάθηκαν με ένα ρωμαλέο κίνημα, χωρίς όμως σαφή πολιτική κατεύθυνση και έκφραση. Στο δεύτερο κύκλο 2012-2015 το κίνημα υποχώρησε και τα λαϊκά στρώματα βρήκαν πολιτική έκφραση μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ θέτοντας το αίτημα της κυβερνητικής εξουσίας με ένα εγγενώς αντιφατικό πρόγραμμα και με λογικές ανάθεσης. Σήμερα είμαστε στην αρχή του τρίτου κύκλου. Εάν κατορθώσουμε να συμβάλλουμε να χτισθεί ένα ρωμαλέο ταξικό κίνημα που θα εμπνέεται από ένα συνεκτικό μεταβατικό πρόγραμμα και θα θέσει πλέον το ζήτημα της κυβερνητικής και πολιτικής εξουσίας πατώντας πάνω στις οργανωμένες βάσεις του ίδιου του κινήματος με μια αριστερά στην πρωτοπορία, τότε αυτός ο κύκλος θα είναι ο τελικός, θα είναι νικηφόρος και θα ανοίξει διάπλατα τη λεωφόρο απ’όπου θα περάσει με το κεφάλι ψηλά ο λαός μας χτίζοντας τις βάσεις για το σοσιαλισμό

Μοιράσου.

Leave A Reply