Το ποτάμι πίσω δεν γυρνά. Για το κίνημα ενάντια στα ιδιωτικά πανεπιστήμια

0

Η κατάσταση στις κινητοποιήσεις και στους φοιτητικούς συλλόγους

Τις τελευταίες εβδομάδες το φοιτητικό κίνημα δίνει μια μάχη διαρκείας ενάντια στις εξαγγελίες της κυβέρνησης περί άμεσης κατάθεσης νομοσχεδίου που θα επιτρέπει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, κατά παράβαση του αρ. 16 του Συντάγματος. Οι κινητοποιήσεις έχουν ήδη πετύχει σημαντικά αποτελέσματα. Την αποτύπωση της αντίθεσης της εκπαιδευτικής κοινότητας, αλλά και της νεολαίας στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, την πρόκληση πολιτικής φθοράς στην κυβέρνηση από μια οργανωμένη κινηματική διαδικασία διαρκείας, κάτι που δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα στα 4,5 χρόνια διακυβέρνησής της, την ανασυγκρότηση της πολιτικής νομιμοποίησης των φοιτητικών συλλόγων και των διαδικασιών τους και τη διαμόρφωση κινηματικών αντανακλαστικών και αναπαραστάσεων στις νεότερες γενιές που βρίσκονται στα πανεπιστήμια. 

Τα αποτελέσματα των τριών πρώτων γύρων συνελεύσεων ανέδειξαν σημαντικές δυνατότητες. Υπό κατάληψη τελούν πάνω από 160 σχολές πανελλαδικά. Η συμμετοχή στις Γενικές Συνελεύσεις, ιδιαίτερα στους μεγάλους συλλόγους, είναι αντίστοιχη με την μαζικότητα των συνελεύσεων του 2006, για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια. Πανελλαδικά, έχουν ψηφίσει καταλήψεις μέχρι τώρα δεκάδες χιλιάδες φοιτητές. Ο κύριος όγκος συγκεντρώνεται στην Αθήνα, όπου εντοπίζεται και ο μεγαλύτερος όγκος αριθμητικά και αναλογικά όσων έχουν ψηφίσει κατάληψη. Ακολουθούν τα Χανιά, η Θεσσαλονίκη, η υπόλοιπη Κρήτη και η Πάτρα. Γενικές συνελεύσεις και διαδηλώσεις γίνονται και σε μικρότερες πόλεις, αλλά όχι με αντίστοιχη, αναλογικά, μαζικότητα. Ιδιαίτερα οι πανεκπαιδευτικές διαδηλώσεις της Αθήνας είναι οι μεγαλύτερες της τελευταίας δεκαετίας, ενώ, πέρα από τα μαζικά φοιτητικά μπλοκ, υπάρχει μεγάλη συμμετοχή μαθητών. Έτσι, οι κινητοποιήσεις λαμβάνουν χαρακτηριστικά συγκρότησης και έκφρασης ενός υπαρκτού κοινωνικού ρεύματος. 

Στην επαρχία, η κλιμάκωση του αγώνα εμφανίζει χαμηλότερη ταχύτητα, ωστόσο, στις βασικές πόλεις, η ψαλίδα κλείνει. Από την άλλη πλευρά, σε μικρότερες πόλεις και πανεπιστήμια της περιφέρειας, οι σύλλογοι που κινητοποιούνται είναι λίγοι – ή και απουσιάζουν πλήρως σε ορισμένες περιπτώσεις – κάτι που διαμορφώνει δυσκολίες. 

Τα μπλοκ αντικατάληψης στον δεύτερο γύρο συνελεύσεων έκαναν σποραδικές εμφανίσεις, οι οποίες διευρύνθηκαν στον τρίτο γύρο, ιδίως στις σχολές όπου οι εξεταστικές θα είχαν ξεκινήσει αν δεν γίνονταν κινητοποιήσεις και, ταυτόχρονα, οι διοικήσεις είναι αντιδραστικές και διατύπωσαν απειλές απώλειας εξεταστικών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι κινήσεις αυτές δημιούργησαν πόλωση και συσπείρωση των μπλοκ αγώνα. Τα μπλοκ αντικατάληψης εκφράζονται πολιτικά με διαφορετικούς τρόπους. Η ΔΑΠ έχει επιχειρήσει να κάνει μια πολιτική εμφάνιση σε συλλόγους όπου διατηρεί – εκλογικά – δυνάμεις, ωστόσο αυτοί είναι περιορισμένοι σε αριθμό και οι κινήσεις της δεν είχαν σχεδόν πουθενά επιτυχία. Αναδεικνύει ως κεντρικό στίγμα τις ανοιχτές σχολές και την τρομοκρατία σχετικά με την απώλεια των εξεταστικών, αλλά εισάγει και στοιχεία υπεράσπισης του νομοσχεδίου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, από τα οποία όμως αναγκάζεται να υποχωρήσει. Σε άλλες περιπτώσεις, τα μπλοκ αντικατάληψης εκφράζονται από «ανεξάρτητους», οι οποίοι οργανώνονται εμφανώς από αντιδραστικά τμήματα του καθηγητικού μπλοκ και αντιδραστικές διοικήσεις, ή και από την ΠΑΣΠ που ακολουθεί μια γραμμή αντίθεσης στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, με ταυτόχρονη αντίθεση στις καταλήψεις. 

Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα πλαίσια αντικατάληψης που εκπροσωπούνται πολιτικά από τους «εκπροσώπους» που αναδείχθηκαν μέσα από τις διαδικασίες ηλεκτρονικών εκλογών που οργάνωσαν οι διοικήσεις σε μια σειρά σχολές. Τα πρόσωπα αυτά διαπλέκονται στενά με τις διοικήσεις, ενώ εμφανίστηκαν σε συνεδριάσεις Κοσμητειών για να υποστηρίξουν τις πιο αντιδραστικές κατευθύνσεις σε σχέση με την αποδοκιμασία των καταλήψεων και την τρομοκρατία περί απώλειας εξεταστικών. Η εκπροσώπηση των αντιδραστικών μπλοκ από τους εκπροσώπους έχει ειδική, μακροπρόθεσμη βαρύτητα. Τα πρόσωπα αυτά αποτελούν μοχλούς υλοποίησης μίας αντιδραστικής ρύθμισης που επιδιώκει να οδηγήσει στη διάλυση των Φοιτητικών Συλλόγων και του φοιτητικού συνδικαλισμού. Η πολιτική καταγγελία και απονομιμοποίηση αποτελεί αυτοτελές καθήκον, ώστε να απομονωθούν. Σε αντίθετη περίπτωση, θα συγκροτείται μια μόνιμη εστία συσπείρωσης και πολιτικής έκφρασης των αντιδραστικών μπλοκ, αλλά και ευθείας εισαγωγής των στοχεύσεων των αντιδραστικών διοικήσεων μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους.

Οι βασικοί μοχλοί διά των οποίων η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει όρους πίεσης είναι η συμμαχία της με ένα μικρό τμήμα των μελών ΔΕΠ και κάποιες διοικήσεις, ώστε αυτές να παρέμβουν αποφασιστικά, είτε ενεργοποιώντας συνθήκες εκβιασμού, μέσω της εκδικητικής απειλής για απώλεια εξεταστικών, είτε και πιέζοντας για να επιτραπεί η είσοδος της αστυνομίας. Επιπλέον, η κυβέρνηση επιχειρεί να ασκήσει πίεση, μεταθέτοντας στις διοικήσεις την ευθύνη για τη διακοπή της «εύρυθμης λειτουργίας των πανεπιστημίων» και βάζοντας τη ΔΑΠ να ζητά ακόμα και παραιτήσεις πρυτάνεων. Αυτή η μεθοδολογία μέχρι στιγμής δεν έχει αποδώσει και έτσι, η κυβέρνηση επιχειρεί, μετά τον τρίτο γύρο συνελεύσεων, να εισάγει και στοιχεία μίας διαφορετικής προσέγγισης. Από τη μία πλευρά, δηλώνει την αποφασιστικότητά της να προχωρήσει τις εξαγγελίες, ενώ κλιμακώνει την πίεση στις διοικήσεις επαναλαμβάνοντας την υποχρέωσή τους να «εφαρμόσουν το νόμο» ακόμα και καλώντας την αστυνομία. Από την άλλη, εισάγει την κατεύθυνση των τηλεξεταστικών, μεταθέτοντας την ευθύνη για τη διενέργειά τους στις διοικήσεις. Η ενεργοποίηση των τηλεξεταστικών έχει πολλούς στόχους: να εκτονώσει την πίεση και τη δυσαρέσκεια που παράγεται απέναντι στην ίδια την κυβέρνηση από τη διεύρυνση της συζήτησης για απώλειες εξεταστικών, να διαμορφώσει συνθήκες φθίνουσας δυναμικής των κινητοποιήσεων εάν διεξαχθούν τηλεξεταστικές, ελπίζοντας ότι το φοιτητικό σώμα θα αποσυρθεί για να διαβάσει, να διευκολυνθεί – και μάλιστα με ευθύνη των διοικήσεων – η απομόνωση συλλόγων όπου οι διοικήσεις θα υιοθετήσουν μία σκληρή γραμμή και θα επιμείνουν στην απώλεια των εξεταστικών. Παράλληλα επιδιώκει να μεταθέσει εξ ολοκλήρου στις πρυτανείες την ευθύνη. 

Σοβαρή κλιμάκωση αποτελεί η κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση που διατάχθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για να διαπιστωθεί αν τελούνται αδικήματα, η οποία βάζει στο στόχαστρο τόσο τους φοιτητές, όσο και τους καθηγητές και τις διοικήσεις. Η κίνηση αυτή επιδιώκει να ποινικοποιήσει τις ριζοσπαστικές συνδικαλιστικές πρακτικές, αλλά και να εντείνει την πίεση στις διοικήσεις για να λειτουργήσουν με άμεσα κατασταλτικούς όρους. 

Παρά τα ελπιδοφόρα χαρακτηριστικά, η κατάσταση είναι αντιφατική, ενώ οι κινητοποιήσεις παραμένουν σχετικά ασταθείς και αναπτύσσονται σε ένα δύσκολο πολιτικό συσχετισμό. Υπάρχει έλλειμμα πανελλαδικότητας των κινητοποιήσεων, γεγονός που διαμορφώνει κινδύνους απομόνωσης των πιο κινηματικών συλλόγων που θα συνεχίζουν μια γραμμή καταλήψεων διαρκείας. Ταυτόχρονα, η αντιπαράθεση διεξάγεται στα πλαίσια ενός δύσκολου συνολικότερου συσχετισμού. Η ΝΔ διατηρεί την κυριαρχία της στο πολιτικό σκηνικό, χωρίς να εισπράττει ιδιαίτερη φθορά, λόγω και της αποδιάρθρωσης κάθε αντιπολίτευσης. Ιδιαίτερα στο ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, η πλειοψηφία των κομμάτων της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης διατηρούν μία στάση που βρίσκεται, επί της ουσίας, σε αντίθεση με τις κινητοποιήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την εκλογή Κασσελάκη, αντιμετώπισε θετικά την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και τηρεί σιγή ιχθύος στην μάχη που διεξάγεται, χωρίς να στηρίζει ούτε καν διακηρυκτικά τους αγώνες των φοιτητών. Το ΠΑΣΟΚ έχει εκφράσει μία αρχική τοποθέτηση θετική προς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ωστόσο δέχεται πίεση για την τελική του στάση, όταν το νομοσχέδιο κατατεθεί, για αυτό και, μέσα στους συλλόγους, η ΠΑΣΠ διαμορφώνει μία πολιτική στάση αφενός αρνητικής τοποθέτησης σε σχέση με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και, αφ’ ετέρου, στήριξης ή και έκφρασης σε ορισμένες περιπτώσεις των μπλοκ αντικατάληψης. Συνολικά, η στάση των δύο κομμάτων είναι αρνητική, ενώ, επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις ανοιχτής στήριξης του επικείμενου νομοσχεδίου, όπως εκφράστηκαν από βουλευτή της Πλεύσης Ελευθερίας. Έτσι, καθίσταται δυσκολότερο να παραχθούν πιέσεις με άμεση αντανάκλαση στο πολιτικό σκηνικό. Ωστόσο, εάν καταστεί εφικτή η συνέχεια και η διεύρυνση του αγώνα, αλλά και η αντιπαράθεση με τις επιθετικές, κατασταλτικές πρωτοβουλίες που ήδη παίρνει η κυβέρνηση, μπορούν να οξύνουν αντιφάσεις και να δώσουν χαρακτηριστικά πιο κεντρικής αντιπαράθεσης. 

Βασικά πολιτικά συμπεράσματα από την μέχρι σήμερα πορεία των κινητοποιήσεων

Οι κινητοποιήσεις ήδη μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικά συμπεράσματα.

α) Ο ριζοσπαστισμός της φοιτητικής νεολαίας, που εκφράστηκε στα κινηματικά ξεσπάσματα και στις πολιτικές μάχες της προηγούμενης περιόδου, παραμένει ενεργός. Παρά τις ιδεολογικές μετατοπίσεις, την εξατομίκευση, την σοβαρή όξυνση του πειθαρχικού χαρακτήρα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στα πανεπιστήμια, αλλά και παρά την απονομιμοποίηση των συλλογικών πρακτικών για μια μακρά περίοδο, το φοιτητικό σώμα παραμένει αιχμή του δόρατος για το κοινωνικό κίνημα. Στη βάση των σημερινών κινητοποιήσεων, πέρα από την αντίθεση στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, βρίσκεται και η οργή και η αμφισβήτηση της νεολαίας για την ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συνθήκη και την πλήρη διάψευση των προσδοκιών της. Πάνω σε αυτά τα χαρακτηριστικά, οι δυνάμεις του κινήματος πρέπει να χτίσουν όρους καλύτερης πολιτικής παρέμβασης και πιο μαζικής απεύθυνσης, με πιο μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.

β) Οι αμεσοδημοκρατικές, αντιγραφειοκρατικές, από τα κάτω διαδικασίες των Γενικών Συνελεύσεων και η διατήρηση της λειτουργίας των φοιτητικών συλλόγων παραμένουν οι μόνοι αποτελεσματικοί τρόποι οργάνωσης και μαζικοποίησης των αγώνων. Αυτό είναι γνωστό στις κυβερνήσεις, για αυτό και επί δεκαετίες προσπαθούν να πλήξουν τους φοιτητικούς συλλόγους και τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Οι πρωτοβουλίες της ΝΔ, με την αποσύνδεση των φοιτητικών συλλόγων από τα όργανα διοίκησης και τις ηλεκτρονικές εκλογές για την ανάδειξη ψευτοεκπροσώπων, ακόμα περισσότερο η προσπάθεια για την εισαγωγή ηλεκτρονικών εκλογών και ψηφοφοριών στις συνελεύσεις, ήταν βήματα σε αυτή την κατεύθυνση, σε συνέχεια προγενέστερων ρυθμίσεων όπως η καθολική ψηφοφορία στη συνδιοίκηση. Από αυτή την άποψη, η ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση στους συλλόγους και η ανάδειξη ως σημαντικών μετώπων, ζητημάτων που φαίνονταν δευτερεύοντα και δεν είχαν μαζική απεύθυνση όταν υλοποιούνταν (όπως π.χ. οι εκλογές των ψευτοεκπροσώπων), ήταν πολύ σημαντικές, αναχαίτισαν πλευρές της κυβερνητικής κίνησης και πρέπει να συνεχιστούν, αξιοποιώντας την πολιτική θωράκιση που δίνει στους συλλόγους η μαζική συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων φοιτητών στις διεργασίες τους. Επιπλέον, αποδείχθηκε πόσο διαλυτική παραμένει η επιχειρηματολογία που εκφράζεται από μειοψηφικές αντιλήψεις στην αριστερά, αλλά ιδίως από τον α/α χώρο, η οποία συνοψίζεται στην καταγγελία των διαδικασιών των συλλόγων ως «γραφειοκρατικές», απονομιμοποιημένες κ.λπ.. Εάν δεν υπήρχαν την προηγούμενη περίοδο πολιτικές πρακτικές υπεράσπισης των συλλόγων και των μαζικών διαδικασιών τους, οι σημερινές κινητοποιήσεις δεν θα μπορούσαν να έχουν συγκροτηθεί με τον ίδιο τρόπο. Αντίστοιχα, κεντρικής σημασίας είναι η επιμονή στις Γενικές Συνελεύσεις, αλλά και σε αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες όπως οι Συντονιστικές Επιτροπές Κατάληψης και τα Συντονιστικά Γενικών Συνελεύσεων και Καταλήψεων, έναντι πολιτικών αντιλήψεων που εκφράζονταν – και εξακολουθούν να εκφράζονται – πρωτίστως από την ΚΝΕ, οι οποίες αντιμετωπίζουν προνομιακά τα ΔΣ και το ρόλο των «εκλεγμένων». Χωρίς τέτοιου είδους διαδικασίες που εμπλέκουν με μαζικούς όρους το φοιτητικό σώμα, θέτουν τα αγωνιστικά μπλοκ στο επίκεντρο των πολιτικών και κινηματικών διεργασιών, εγχαράσσουν ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά, η μαζικοποίηση των κινηματικών διαδικασιών θα ήταν αμφίβολη.

γ) Η βαρύτητα των ενιαιομετωπικών πρακτικών είναι μεγάλη και αναβαθμίζεται με την ευρύτερη συντηρητική μετατόπιση του πολιτικού και ιδεολογικού συσχετισμού. Οι συνθήκες ανάπτυξης των σημερινών κινητοποιήσεων το αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία. Στον πρώτο γύρο συνελεύσεων ήταν η σύμπτωση της κατεύθυνσης των πολιτικών δυνάμεων – συμπεριλαμβανομένης και της ΚΝΕ – που διαμόρφωσε την αναγκαία, κρίσιμη μάζα για την ανάπτυξη των κινητοποιήσεων. Οι πρώτες συνελεύσεις και διαδηλώσεις συσπείρωσαν ένα σχετικά στενό πολιτικό μπλοκ, το οποίο ήταν, όμως, ικανό, να δώσει το έναυσμα που ήταν απαραίτητο. Η πολιτική ενότητα ήταν και το στοιχείο που έδωσε τη δυνατότητα συσπείρωσης των αγωνιστικών μπλοκ και αντοχής απέναντι στα μπλοκ αντικατάληψης. Το στοιχείο αυτό πρέπει να διατηρηθεί, εφόσον είναι εφικτό, αποκρούοντας πρακτικές επιβολής, αντιπαράθεσης πάνω σε δευτερεύοντα ζητήματα, πολιτικών και άλλων επιθέσεων, αλλά διατηρώντας το στοιχείο της διαπάλης για την ηγεμονία, η έκβαση της οποίας θα είναι κρίσιμη όταν μεγιστοποιηθούν οι πιέσεις του αντιπάλου που προκαλούν αμφιταλαντεύσεις.

δ) Η συνεισφορά του χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς – με την ευρεία έννοια – είναι σημαντική. Όπως σε κάθε περίοδο μαζικών κινηματικών εξάρσεων, έτσι και σήμερα, αποδεικνύεται ότι η διεισδυτικότητα στις ευρύτερες μάζες ενός χώρου που είναι περισσότερο ανοιχτός και πλουραλιστικός, αλλά και διατηρεί κοινά ιδεολογικά στοιχεία κρίσιμα για την μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων – την επιμονή στις μαζικές, από τα κάτω διαδικασίες, την αντιγραφειοκρατική αντίληψη, τη σύγκρουση με τους μηχανισμούς καταστολής του φοιτητικού κινήματος, την προσήλωση στον χαρακτήρα και την οργάνωση των γενικών συνελεύσεων, την αποφυγή ακραίων τακτικισμών, τη ριζοσπαστική φυσιογνωμία κ.α. – είναι αναβαθμισμένη και μπορεί να παράγει αποτελέσματα αναντίστοιχα των αυστηρών, οργανωτικών συσχετισμών. Παρά τις αντιφάσεις, τις διαλυτικές κινήσεις που έχουν προηγηθεί, τους διακριτούς σχεδιασμούς που αναφέρονται σε πεδία άσχετα με τις αναγκαιότητες του φοιτητικού κινήματος και των φοιτητικών συλλόγων, η εμβέλεια της ριζοσπαστικής αριστεράς και η διατήρηση της ενότητάς της έχει σημασία για την έκβαση των μαχών στα πανεπιστήμια. Από αυτήν την άποψη, οι πολιτικές στρατηγικές της διάσπασης και της αποδιάρθρωσης είναι διαλυτικές και πρέπει να αναθεωρηθούν. Εάν θέλουμε να συνεισφέρουμε στην υπόθεση του φοιτητικού κινήματος, η ενότητα των ΕΑΑΚ και των δυνάμεων που δεν έχουν κάνει διαφορετικές επιλογές, προσκόλλησης σε ανταγωνιστικές δυνάμεις και ανταγωνιστικές στρατηγικές, αλλά και η διεύρυνση και το προχώρημα της ενότητας μεταξύ ΕΑΑΚ και ΑΡΕΝ, είναι σημαντικό στοιχείο για το μέλλον.

ε) Η απεύθυνση στον κόσμο των συλλόγων, με ένα απλό, μαζικό και σχετικά ενιαίο πολιτικό περιεχόμενο είναι αυτή που διαμορφώνει δυνατότητες συσπείρωσης ευρύτερων πολιτικών μπλοκ. Ο σεχταρισμός, η ιδεολογική απεύθυνση, οι πολιτικές γραμμές που προτάσσουν αυτοαναφορικά, μειοψηφικά στοιχεία, η αποκοπή από τη μέση συνείδηση των αγωνιστικών μπλοκ, όπως επιχειρούνται ανά περιόδους, κυρίως από τον α/α χώρο και δευτερευόντως από δυνάμεις της αριστεράς, δεν μπορεί να διαμορφώσει όρους πολιτικής παρέμβασης.

Οι αντιφάσεις των δυνάμεων που εμπλέκονται στις κινητοποιήσεις

Ήδη από την αρχή των κινητοποιήσεων, η ΚΝΕ είχε μία στάση διαφορετική από τη συνήθη αντιμετώπισή της, που εξαντλείται στην πολιτική διαμαρτυρία, μπαίνοντας σε μια κατεύθυνση καταλήψεων διαρκείας. Αποτελεί θετική μετατόπιση σε σχέση με την κατεύθυνση που η ίδια έβαλε πριν τα Χριστούγεννα, όταν επί της ουσίας προσπάθησε να σαμποτάρει την συγκρότηση κινητοποιήσεων με κόμβο τη Σύνοδο Πρυτάνεων. Η ΚΝΕ υιοθέτησε αυτή τη στάση πρωτίστως αντιλαμβανόμενη την πίεση του πολιτικού συσχετισμού. Όπως και στην περίπτωση της πανεπιστημιακής αστυνομίας, αλλά και της απαγόρευσης της πορείας του Πολυτεχνείου στην πανδημία, κατανοεί ότι το ενδεχόμενο της ψήφισης του νομοσχεδίου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια σε συνθήκες κινηματικής αδράνειας, θα σφράγιζε με ακόμα πιο αρνητικό τρόπο τον ευρύτερο πολιτικό συσχετισμό. Παράλληλα, το ΚΚΕ επιδιώκει να εκφράσει το ίδιο πολιτικά το επόμενο διάστημα τις όποιες κινηματικές διαδικασίες. Ωστόσο, η στάση αυτή δεν είναι χωρίς αντιφάσεις. Σε πόλεις και σχολές που δεν δέχεται πίεση από τις δυνάμεις στα αριστερά της, αλλά και ο συσχετισμός είναι αρνητικός, έκανε τακτικισμούς που υπονόμευσαν τις κινητοποιήσεις, διαχωρίζοντας το πολιτικό περιεχόμενο από τη μορφή αγώνα, ή κατεβάζοντας πλαίσια αντικατάληψης, ή νομιμοποιώντας απεργοσπαστικές διαδικασίες συνελεύσεων που καλέστηκαν από αντιδραστικά μπλοκ. Σε δεύτερο επίπεδο, η ΚΝΕ επιδιώκει μέσα από αυτές τις διεργασίες να διαμορφώσει μια δική της ηγεμονία στο φοιτητικό κίνημα. 

Η γραμμή των καταλήψεων διαρκείας έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική της φυσιογνωμία και θα της δημιουργήσει πολιτική και εκλογική πίεση, ιδιαίτερα όσο θα κλιμακώνονται οι επιθετικές κινήσεις από την πλευρά των διοικήσεων και των αντιδραστικών μπλοκ. Η δυσκολία εμπλοκής των μπλοκ της ΚΝΕ στην κατεύθυνση των καταλήψεων διαρκείας αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, και από την αστάθεια και αδυναμία των μπλοκ αγώνα σε πόλεις και σχολές που η ΚΝΕ κυριαρχεί. Η στροφή μετά τον δεύτερο γύρο συνελεύσεων, ιδιαίτερα στην Αθήνα, σε μια κατεύθυνση ενιαίου συντονισμού, ή έστω κοινής δράσης αντί μιας διαλυτικής διαπάλης μεταξύ διακριτών μπλοκ, ήταν καταρχήν θετική, όμως είναι πολύ ασταθής. Παράγεται τόσο από τις δυσκολίες που διαμορφώνονται, όσο και από την αλλαγή του συσχετισμού στα κινηματικά μπλοκ. Ωστόσο, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν παραπάνω, τόσο η πολιτική στάση της ΚΝΕ, όσο και η συμμαχία μεταξύ των αγωνιστικών δυνάμεων, εάν και στο βαθμό που θα συγκροτηθεί, θα είναι διαρκώς διακυβευόμενη, όπως ήδη αποδεικνύεται σε μια σειρά περιπτώσεις, ενώ παραμένει το ενδεχόμενο η ΚΝΕ να μετατοπιστεί σε μια ακόμα πιο επιθετική κατεύθυνση, τόσο απέναντι στις υπόλοιπες κινηματικές δυνάμεις, όσο και απέναντι στις ίδιες τις κινητοποιήσεις. Η εξέλιξη θα κριθεί από α) τη δυναμική που θα αναπτύσσουν οι κινητοποιήσεις, β) την πίεση που θα ασκούν οι αντιδραστικές δυνάμεις, γ) την παρέμβαση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς και τον πολιτικό συντονισμό μεταξύ τους. Για αυτό, έχει σημασία η ηγεμονία εντός των κινητοποιήσεων, αλλά και εντός μιας ευρύτερης συμμαχίας των αγωνιστικών δυνάμεων που είναι πιθανό να διαμορφωθεί, αλλά θα είναι διαρκώς ασταθής, να κριθεί υπέρ των δυνάμεων των ΕΑΑΚ ΑΡΕΝ.

Τα επόμενα βήματα των κινητοποιήσεων

Για το επόμενο διάστημα, η στοχοθεσία μας πρέπει να διαμορφώνεται ως εξής:

Συνέχιση των καταλήψεων και επέκτασή τους σε όσο το δυνατόν περισσότερες σχολές και πόλεις. Η σταθεροποίηση και η διεύρυνση των κινηματικών μπλοκ και η διατήρηση των καταλήψεων στις περιπτώσεις που απειλούνται από τη συσπείρωση των μπλοκ αντικατάληψης. Επιπλέον, η προσπάθεια μεταφοράς κινηματικού κλίματος σε συλλόγους που δεν υπάρχουν δυνάμεις και δεν έχουν βγει μέχρι σήμερα συνελεύσεις. Σε πόλεις και πανεπιστήμια που δεν υπάρχουν συγκροτημένες κινητοποιήσεις, πρέπει να επιχειρήσουμε τη διεύρυνση ή την εμφάνιση κινηματικών πρωτοβουλιών, ώστε να καταστεί εφικτή κάποια μορφή κινητοποίησης. Ιδιαίτερα στις πόλεις που δεν υπάρχει ιδιαίτερη παρέμβαση, μπορεί να επιχειρηθούν κινητοποιήσεις μικρής κλίμακας, υπό την μορφή των πρωτοβουλιών φοιτητών/τριών ενάντια στα ιδιωτικά πανεπιστήμια και εμφάνισης στο δρόμο. Η απόφαση του συντονιστικού γενικών συνελεύσεων και καταλήψεων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο σε αυτή την κατεύθυνση. Θα πρέπει να επιχειρηθεί ένα κοινό δελτίο τύπου πανελλαδικά, που να εμπλέκει όλους τους συλλόγους με κινηματικές αποφάσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πολιτικό εργαλείο για τη μεταφορά κινηματικού κλίματος σε σχολές και πόλεις που δεν υπάρχουν κινητοποιήσεις.

Η ενοποίηση, όσο είναι δυνατόν, των κινηματικών δυνάμεων. Κεντρικό ζήτημα είναι η ενιαιότητα του κινηματικού σχεδιασμού, η ενιαία εμφάνιση στο δρόμο με κοινές διαδηλώσεις χωρίς διαρκείς αντιπαραθέσεις και η συμφωνία ότι δεν μπορεί να διαχωρίζεται το πολιτικό περιεχόμενο από την μορφή πάλης. Μία τέτοια κατεύθυνση έχει σημαντικές δυσκολίες, αφού η στάση της ΚΝΕ εμπεριέχει διαρκείς υπαναχωρήσεις, αναδιπλώσεις, επιθέσεις στις κινηματικές δυνάμεις, ενώ, ταυτόχρονα, ακόμα και ο συντονισμός μεταξύ των υπόλοιπων δυνάμεων είναι ορισμένες φορές αντιφατικός. Ωστόσο, πρέπει να μεγιστοποιηθούν οι πιέσεις, αφού η ενότητα παραμένει κεντρικό σημείο για την αντοχή και την διεύρυνση των κινητοποιήσεων.

Η διεύρυνση των συμμαχιών του φοιτητικού κινήματος μέσα στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Το φοιτητικό κίνημα πρέπει να παρέμβει πιο αποφασιστικά στις αντιφάσεις που διαμορφώνονται μέσα στο καθηγητικό μπλοκ. Το γεγονός ότι οι κινητοποιήσεις αφορούν στα ιδιωτικά πανεπιστήμια και στην συνολικότερη υποβάθμιση των δημόσιων πανεπιστημίων και, μάλιστα, κατά παραβίαση του Συντάγματος, μπορεί να διευκολύνει να απαλυνθούν ως ένα βαθμό εκδικητικές κινήσεις σε άμεσο χρόνο από τα πιο αντιδραστικά τμήματα των καθηγητών. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να αξιοποιηθεί η ανακοίνωση της ΠΟΣΔΕΠ και δευτερευόντως επιμέρους συλλόγων ΔΕΠ, ακόμα και οι ανακοινώσεις Σ.Ι. (ΕΜΠ, Κρήτη) που αναδεικνύουν το ζήτημα της υποβάθμισης και υποχρηματοδότησης των δημόσιων πανεπιστημίων, αλλά και τα κείμενα υπογραφών μελών ΔΕΠ. Πρέπει να παρακινηθούν τα πιο προοδευτικά τμήματα του καθηγητικού σώματος να αναλάβουν πρωτοβουλίες εκτόνωσης των πιέσεων που σταδιακά διαμορφώνονται, αλλά και εισαγωγής μίας κατεύθυνσης λήψης αποφάσεων από συλλογικά όργανα και όργανα διοίκησης που θα ζητούν από την κυβέρνηση να μην καταθέσει το νομοσχέδιο εν μέσω εξεταστικών. Η επιθετική κίνηση της προκαταρκτικής εξέτασης μπορεί να διευκολύνει έως ένα βαθμό μία τέτοια διαδικασία.

Η παρέμβαση σε ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι, περισσότερο ακόμα από όσο στο παρελθόν, ο αγώνας της νεολαίας είναι ακόμα περισσότερο αποκλεισμένος από την πρόσβαση στα ΜΜΕ. Τα κυρίαρχα μέσα είτε αποσιωπούν τον αγώνα αυτόν, είτε τον λοιδορούν αναπαράγοντας το κυβερνητικό αφήγημα περί τρομοκρατίας, νοθείας και μειοψηφιών. Όμως πρέπει οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς να συντονίσουν τις δυνάμεις τους, αλλά και να ασκήσουν πίεση στο ΚΚΕ, ώστε να τεθεί το ζήτημα του φοιτητικού κινήματος στα σωματεία, στις αυτοδιοικητικές παρατάξεις και στα δημοτικά συμβούλια, ευρύτερα σε συλλογικούς φορείς, ώστε να πάρουν θέση στήριξης του αγώνα και των κινητοποιήσεων.

Τομέας Νεολαίας ΑΡΑΣ, 28 Ιανουαρίου 2024

Share.

Comments are closed.