Η προϊούσα κοινωνική πόλωση και η θέση της επαναστατικής αριστεράς

0

Κείμενο του Σπύρου Κοντομάρης και Γιώργου Τσούτσουβα

Δημοσιεύουμε σήμερα, 2 εβδομάδες μετά την πρώτη παρουσίασή του εντός της ΑΡΑΣ, το κείμενο μας. Εκτιμούμε ότι εφόσον οι διαδικασίες πολιτικών αποφάσεων (τις οποίες στηρίζουμε πλήρως) σχετικά με τις εκλογές της 17ης Ιούνη έχουν ολοκληρωθεί,το κείμενο αυτό δεν μπορεί να αξιοποιηθεί και να ερμηνευτεί με τρόπο που θα έπληττε την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. ή την ΑΡ.Α.Σ.


Η προϊούσα κοινωνική πόλωση και η θέση της επαναστατικής αριστεράς

 

Αθήνα, 18/5/2012

Α. Δομική κρίση του καπιταλισμού

Η κρίση που εκδηλώθηκε το 2008 με την μορφή της κατάρρευσης της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ πυροδότησε την εξάπλωση της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού ως κυρίαρχου πολιτικού υποδείγματος αναφοράς του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού αποτελεί την ειδικότερη μορφή της κρίσης ηγεμονίας του χρηματιστικού κεφαλαίου στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η ανεξέλεγκτη επέκταση των πεδίων κερδοφορίας μέσα από τα κανάλια του χρηματοπιστωτικού ιδίως συστήματος, η τεράστια συγκέντρωση κοινωνικής ισχύος και περιθωρίων κέρδους σε συνθήκες όμως άναρχης ανάπτυξης, οδήγησαν σε εκρηκτικές αντιφάσεις και εν τέλει υπονόμευσαν το ίδιο το μοντέλο συσσώρευσης που αναδύθηκε μετά το ξεπέρασμα της δομικής κρίσης των αρχών της δεκαετίας του ’70.

Σε κάθε περίπτωση, η εξελισσόμενη κρίση δεν αποτελεί ασυνέχεια στην καπιταλιστική ανάπτυξη, αλλά στιγμή έκρηξης των αντιφάσεων που εγγενώς τη συνοδεύουν. Περισσότερο από ποτέ, η περίοδος της κρίσης έχει το στοιχείο της έντασης των κοινωνικών ανταγωνισμών, τη στιγμή μάλιστα που ο αστισμός αναζητά μια νέα στρατηγική συσσώρευσης και που οι μορφές πολιτικής κυριαρχίας υφίστανται κλυδωνισμούς και δυνητικά μετασχηματίζονται.

Η κρίση του 2008- έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας δομικής καπιταλιστικής κρίσης στο βαθμό που η υπέρβασή της από τις κυρίαρχες τάξεις επιχειρείται μέσα από την δραστική αλλαγή του ταξικού συσχετισμού δύναμης. Η υπέρβαση αυτή, λαμβάνει την τροπή της ολομέτωπης επίθεσης στα λαϊκά συμφέροντα και της διάλυσης συμβιβασμών και κοινωνικών συμμαχιών που είχαν αναπτυχθεί στο παρελθόν. Η διαδικασία αυτή εκφράζεται κατ’ αρχήν στο προχώρημα και το βάθεμα στρατηγικών επιλογών της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, όπως ιδίως 1) η μείωση του κόστους εργασίας με παράλληλη αύξηση της παραγωγικότητάς της, με επέκταση των μορφών ελαστικής εργασίας, αποδιάλυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ένταση του δεσποτισμού στους χώρους δουλειάς, συρρίκνωση του δημόσιου τομέα 2) η αναζήτηση νέων πεδίων κερδοφορίας, ιδίως σε βάρος της οικονομικής δραστηριότητας του Κράτους, όπως χαρακτηριστικά στον τομέα της ενέργειας, 3) ο μετασχηματισμός του Κράτους και η απογύμνωσή του από προνοιακές λειτουργίες (με ενδεικτικότερο παράδειγμα την κατεδάφιση των Ταμείων), 4) η εμπέδωση του αυταρχικού κρατισμού, με την περαιτέρω αποστείρωση των δομών του από τα λαϊκά συμφέροντα αλλά και την ενίσχυση των κατασταλτικών λειτουργιών του, όπως έγινε αντιληπτό την τελευταία περίοδο στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης.

Πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η ταξική στρατηγική ξεπεράσματος της κρίσης διαμεσολαβείται από κρατικές και υπερεθνικές δομές με τρόπο ιστορικά πρωτότυπο: α) Η κρίση έκανε δυναμική την εμφάνισή της στο εσωτερικό της ευρωζώνης, αφού εκδηλώθηκε επάνω στο έδαφος των αντιφάσεών της (ανισόμετρη ανάπτυξη και αντίθεση Βορρά/Νότου, αδυναμία νομισματικών διακυμάνσεων, υπερέκθεση ιδιωτών και κρατών στον ιδιωτικό και δημόσιο δανεισμό, σε συνδυασμό με την καταστατική υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού, κ.ά.), β) η κρίση που αρχικά εκδηλώθηκε στη χρηματοπιστωτική σφαίρα μετασχηματίστηκε σε δημοσιονομική κρίση (στα πλαίσια της κρατικοποίησης των ζημιών και μετακύλησης τους στα εργαζόμενα στρώματα) και σταδιακά η δημοσιονομική αυτή κρίση (ιδίως των κρατών του Νότου) απορροφάται από τους προϋπολογισμούς των πλεονασματικών Κρατών-Μελών, την ΕΚΤ και νεοπαγείς ρυθμιστικούς μηχανισμούς (EFSF) μέσω του υπερδανεισμού, διευρύνοντας έτσι και εμβαθύνοντας την αντιδραστική συμμαχία εις βάρος των εργαζόμενων στρωμάτων.

Ήδη με την εφαρμογή του ευρωπαϊκού συμφώνου σταθερότητας και με το ασφυκτικό πλαίσιο των δομών και των πολιτικών ελέγχου των προϋπολογισμών των χωρών μελών της ΟΝΕ βαθαίνει αταλάντευτα η κατεύθυνση διάλυσης του «κοινωνικού κράτους» με τη μορφή που συγκροτήθηκε υπό την ηγεμονία της σοσιαλδημοκρατίας τις προηγούμενες δεκαετίες στην Ευρώπη και κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος.


Β. Αδιέξοδη μια νέα μορφή ταξικού συμβιβασμού

Η Ελλάδα δεν αποτελεί μια χώρα δευτερεύουσας σημασίας στην παγκόσμια ταξική πάλη. Παρότι το ΑΕΠ της είναι μόνο το 3% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, παρότι το χρέος και το έλλειμμά της είναι υποδεέστερα άλλων χωρών, παρότι η έκθεση ευρωπαϊκών κεφαλαίων στον ελληνικό δανεισμό είναι μικρότερη μετά την ανταλλαγή ομολόγων του PSI, η Ελλάδα έχει κορυφαία πολιτική σημασία για τον τρόπο που επιχειρεί η ελληνική και οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις να συμπιέσουν την Εργασία.

Υπάρχει η εκτίμηση ότι στην Ελλάδα ακριβώς επειδή δοκιμάζονται τα όρια του μοντέλου καπιταλιστικής υπέρβασης της κρίσης, οι κυρίαρχες τάξεις δεν έχουν περιθώριο αναδίπλωσης πίσω από μια ηπιότερη στρατηγική.

Η ελληνική περίπτωση αποτελεί το σύγχρονο ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της αστικής στρατηγικής διεξόδου από την κρίση. Μια τέτοια διέξοδος θα πρέπει να περάσει μέσα από τη συντριβή όλων των κοινωνικών συμβιβασμών και λαϊκών κατακτήσεων των τελευταίων χρόνων και πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου θα επιχειρηθεί να εφαρμοστεί χωρίς αποκλίσεις. Αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα ακόμα και μια ήπια σοσιαλδημοκρατική μεταρρύθμιση που απλά θα ανέκοπτε την πολιτική των μνημονίων και θα μετρίαζε την ένταση των εφαρμοζόμενων μέτρων, θα αποτελούσε για την αστική στρατηγική ιδεολογική και πολιτική ήττα με παγκόσμιο αντίκτυπο. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο ιδίως δεν θα μπορούσε να είναι ανεκτό μέσα στην Ε.Ε..

Με βάση λοιπόν την εκτίμηση ότι ο δομικός χαρακτήρας της κρίσης και η ειδική θέση της Ελλάδας αποκλείουν κάθε εναλλακτικό σχέδιο όχι μόνο κεϋνσιανής, αλλά ακόμα και ηπιότερης αστικής διαχείρισης, το ξεπέρασμα της κρίσης από τη σκοπιά του κεφαλαίου απαιτεί τη συντριβή των συμφερόντων των εργαζομένων προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια της συσσώρευσης και να ανορθωθεί η καπιταλιστική κερδοφορία. Μοιάζει λοιπόν αδύνατη, υπό τις παρούσες συνθήκες, μια εκδοχή κεϋνσιανού συμβιβασμού, όπως αυτή εμφανίστηκε ιστορικά κατά την περίοδο της μαζικής φορντιστικής/ταιηλορικής παραγωγής, με υψηλό ποσοστό απασχόλησης, σταθερή αύξηση μισθών, θεσμούς κοινωνικής πρόνοιας και άλλες μορφές του συμβιβασμού που όμως τώρα είναι ευθέως ανταγωνιστικές προς την αστική στρατηγική.

Από στρατηγική άποψη λοιπόν α) δεν είναι δυνατό στο φόντο της καπιταλιστικής κρίσης κανένα νικηφόρο πολιτικό σχέδιο από την εργατική τάξη που δεν εγγράφει το αντικαπιταλιστικό πρόταγμα στον ορίζοντά του και επίσης β) δεν είναι δυνατό να ανατραπεί προς όφελος των λαϊκών τάξεων η πολιτική της αντιδραστικής μεταρρύθμισης χωρίς ρήξη με τους μηχανισμούς της ενιαίας αγοράς και αποδέσμευση της χώρας από τη ζώνη του ευρώ.

Από την άλλη, έχει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον ότι μορφές αριστερής σοσιαλδημοκρατίας που έχουν ιστορικές ρίζες σε μια σειρά κράτη, και που δεν συμμερίζονται τον αντικαπιταλιστικό/αντι-ΕΕ στρατηγικό στόχο, εκφέρουν σήμερα ένα προγραμματικό λόγο ο οποίος βρίσκεται αυστηρά εκτός των επιλογών της αστικής στρατηγικής υπέρβασης της κρίσης και βρίσκονται σε σχέση ανταγωνιστική και όχι συμπληρωματική προς αυτήν. Θα πρέπει δηλαδή να γίνει δεκτό ότι, αφού ένας νέος κεϋνσιανός συμβιβασμός εκτιμάται σήμερα ως ιστορικά αδύνατος, η αριστερή σοσιαλδημοκρατία επίσης δεν είναι δυνατό να εκφράσει μια εναλλακτική επιλογή πιο «φιλολαϊκής» καπιταλιστικής ανάπτυξης, ούτε καν στο πλαίσιο της δικομματικής εναλλαγής που γνωρίσαμε την προηγούμενη περίοδο. Η ανάπτυξη ενός κοινωνικού ρεύματος με πολιτική έκφραση έναν τέτοιο προγραμματικό λόγο (εφόσον βέβαια αυτός συνεχίζει να εκφράζεται με συνέπεια μέχρι τέλους), οδηγεί αναγκαία σε ρήξη και βάθεμα της κοινωνικής πόλωσης.

Οι παραπάνω παραδοχές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπό προϋποθέσεις της συγκυρίας, είναι δυνατή η τακτική μετωπική σύγκλιση των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής/κομμουνιστικής αριστεράς με δυνάμεις της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, ακόμη και με πρωτοβουλίες σε πολιτικό επίπεδο.

Στην Ελλάδα, σε πολιτική έκφραση της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας αναδεικνύεται ο ΣΥΡΙΖΑ, στο εσωτερικό του οποίου αναμετρώνται η επιμονή σε ένα αριστερό φιλολαϊκό πρόγραμμα με την αναδίπλωση «παγώματος» και όχι αναίρεσης των πολιτικών του Μνημονίου. Η επίλυση της εσωτερικής αντίθεσης δεν αποτελεί κομματικό εσωτερικό θέμα, αδιάφορο για την Αριστερά και την κοινωνία.


Γ. Εκτίμηση του αποτελέσματος των εκλογών της 6ης Μάη 2012

Ι. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου αποτελούν οι ίδιες προϊόν της κοινωνικής σύγκρουσης που προηγήθηκε και συνόδευσε τη «μνημονιακή» πολιτική σε όλες της φάσεις της εφαρμογής της. Οι μαζικές εργατικές απεργίες και κινητοποιήσεις, το κίνημα των πλατειών, οι κινητοποιήσεις της 28ης Οκτωβρίου, αλλά και σειρά άλλων οργανωμένων ή αυθόρμητων εκδηλώσεων των λαϊκών αντιστάσεων, αν και δεν κατέγραψαν νίκες στο πεδίο του εργατικού κινήματος, οδήγησαν όμως το αστικό πολιτικό σκηνικό σε φθορά και διαδοχικές αναδιπλώσεις, με τελευταίες μεγάλες πράξεις τη συγκρότηση της συγκυβέρνησης και εν τέλει την προκήρυξη εκλογών. Παράλληλα, το αποτέλεσμα των εκλογών έρχεται να αποτυπώσει με ένα τρόπο τους κοινωνικούς αυτούς αγώνες, καταγράφοντας σημαντικές μετατοπίσεις και επικυρώνοντας μετασχηματισμούς του ίδιου του πολιτικού συστήματος.

Οι ίδιες λοιπόν οι εκλογές αποτέλεσαν εξαναγκασμένη επιλογή του αστικού μπλοκ, παρά τις διεθνείς αντιρρήσεις, και με τον εφιάλτη ότι η κοινωνική σύγκρουση θα λάμβανε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Είναι ίσως η πρώτη φορά μετά την περίοδο ’90-‘91 που το κοινωνικό κίνημα ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με το αίτημα της πτώσης της κυβέρνησης. Παρά ταύτα οι δυνάμεις της αριστεράς (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.) δεν απέφυγαν τις αντιδιαλεκτικές προσεγγίσεις σχετικά με τη σημασία τους.

Από τη μια πλευρά το ΚΚΕ, αλλά και ορισμένες δυνάμεις της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. διατύπωσαν τη θέση ότι το αποτέλεσμα των εκλογών ελάχιστα επηρεάζει την ταξική πάλη και σε κάθε περίπτωση «υποσχόμαστε την αδιάκοπη πάλη την επομένη των εκλογών» (αντιπολίτευση σε κάθε κυβέρνηση). Στην περίπτωση δε του ΚΚΕ ακόμα και η καταγραφή του ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίστηκε ως «φτιασίδωμα» του αστικού μπλοκ εξουσίας.

Στον αντίποδα της άποψης αυτοπεριορισμού της αριστεράς σε κινηματικό αντιεκλογικό βραχίονα αναπτύχθηκε η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ η οποία όμως υπερθεματίζει σχετικά με την αξία των εκλογών και στην πράξη υποτιμά ότι μόνο με τις εκλογές δεν μπορεί να υπάρξει εκπλήρωση των διακηρυκτικών του στόχων χωρίς παράλληλα την ευρεία κινητοποίηση του λαού.

Είναι ενδεικτικό ότι την πρώτη μετεκλογική εβδομάδα και με υπηρεσιακή κυβέρνηση υλοποιήθηκαν 14 αποκρατικοποιήσεις των στρατηγικότερης σημασίας επιχειρήσεων. Άρα ακόμα και με την «αντιμνημονιακή» ψήφο του λαού δεν εξασφαλίζεται η διακοπή της εφαρμογής των πολιτικών του μνημονίου. Όσο σημαντική είναι η ψήφος του λαού, άλλο τόσο σημαντική και δύσκολη είναι η υπεράσπιση αυτής τη ψήφου.

ΙΙ. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου είχαν 3 κυρίως επίδικα,

  • την αναίρεση της δυνατότητας αυτοδύναμης συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, αυτό επετεύχθη.

  • την ενίσχυση των πολιτικών δυνάμεων που έδωσαν μάχες μέσα στους κοινωνικούς αγώνες της τελευταίας διετίας, επετεύχθη κυρίως μέσα από την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ και πολύ λιγότερο μέσα από την καταγραφή του ΚΚΕ και της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α..

  • την ανάσχεση της κοινοβουλευτικής νομιμοποίησης της Χ.Α., δεν επετεύχθη.

Η προσωρινή ανάσχεση της μεγάλης αντιδραστικής μεταρρύθμισης που εφαρμόζεται στην Ελλάδα τα 2,5 τελευταία χρόνια, η διάλυση του δικομματισμού και η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ έχουν θετικό πρόσημο. Πάνω από τρία εκατομμύρια ψήφοι απωλέσθηκαν από το δικομματισμό, το ΛΑΟΣ και η ΔΗ.ΣΥ. δεν κατάφεραν να εισέλθουν στη Βουλή, ενώ κατέστη αδύνατη η συγκρότηση κυβέρνησης με συνεργασία ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Ο αντίκτυπος ήταν τόσο ισχυρός που τελικά απέτρεψε τη δημιουργία κυβέρνησης ακόμα και με τη συμμετοχή ΔΗ.ΜΑΡ. – «Ανεξάρτητοι Έλληνες».

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου αποτυπώνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα μετά τις εκλογές του 1958, την μαζική καταγραφή ενός αριστερού πολιτικού ρεύματος – μέσω του ΣΥΡΙΖΑ – σε εκλογικά επίπεδα πολύ πάνω από το άθροισμα των δυνάμεων της αριστεράς σε σειρά προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται πρώτο κόμμα σε 13 νομούς μεταξύ των οποίων η Αττική, η Θεσσαλονίκη και η Αχαΐα, δηλαδή στις περιοχές οι οποίες αποτελούν ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τη Ν.Δ. σε όλες τις εργατικές περιοχές.

Η εκλογική καθίζηση των δύο κομμάτων εξουσίας και ιδίως η συντριβή του ΠΑΣΟΚ, καθιστούν αβέβαιη την αναβίωση του πολιτικού μοντέλου της προηγούμενης περιόδου. Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί μια βαθιά τομή στη συγκυρία και αναδεικνύει για πρώτη φορά την αδυναμία του αστικού συνασπισμού εξουσίας να συνεχίσει με ανανέωση της λαϊκής εντολής την πολιτική του.

Το στρατηγικό στοιχείο της αποψίλωσης του ΠΑΣΟΚ αφορά στην οριστική και αμετάκλητη εξαφάνιση της δυνατότητας να λειτουργεί ως σοσιαλδημοκρατικό κόμμα μέσα στα νέα δεδομένα του ευρωπαϊκού συμφώνου σταθερότητας. Η τελευταία περίοδος διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ σηματοδότησε την άρση της δυνατότητάς του, ως βασικού πυλώνα του αστικού εκσυγχρονισμού τα τελευταία 30 χρόνια, να εκπροσωπεί συμφέροντα ανερχόμενων κοινωνικών στρωμάτων μέσα στο νέο περιβάλλον της δημοσιονομικής κατοχής από την τρόικα. Η οριστική διάλυση της κοινωνικής συμμαχίας του ΠΑΣΟΚ πάνω σε απτά υλικά συμφέροντα που συγκροτούνταν κύρια γύρω από το δημόσιο και τον μηχανισμό πελατειακής πρόσβασης σε αυτό, αποτυπώνεται και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Με την εφαρμογή της πολιτικής των μνημονίων εξαφανίζονται τα ήδη στενά περιθώρια άσκησης μιας πολιτικής ανοχής απέναντι στα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας. Σε ιδεολογικό επίπεδο η επίθεση στα λαϊκά στρώματα είχε τέτοια σφοδρότητα που διέγραψε από το συλλογικό υποσυνείδητο την ανάμνηση της πρώτης τετραετίας διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ ’81-’85, που αποτελούσε για χρόνια το κυρίαρχο ιδεολογικό καύσιμο.

Η διάλυση του ΠΑΣΟΚ αφήνει πρόσκαιρα ορφανό πολιτικής εκπροσώπησης το κοινωνικό μπλοκ που για 3 δεκαετίες αποτελούσε την εκλογική του βάση και ανοίγει ιστορικές δυνατότητες για την πολιτική εκπροσώπηση πλειοψηφικού τμήματος του λαού από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, μια σειρά από κοινωνικά στρώματα που δέχτηκαν συντριπτικά πλήγματα από τη μνημονιακή πολιτική, μοιάζουν να αποσύρουν τη στήριξή τους στα κόμματα εξουσίας και να αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους έκφρασης. Φυσικά, η διαδικασία αυτή είναι ακόμα στα σπάργανα, μια και η αστική ηγεμονία είναι σαφής σε όλες τις εκφάνσεις των κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών (άρα και στην ψήφο), ενώ επίσης οι πολιτικές δυνάμεις που υποδέχτηκαν το κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας είτε είναι οι ίδιες επίσης αστικές (βλ. ΔΗΜ.ΑΡ., Καμμένος, διάφοροι, αλλά και Χ.Α. που χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης), είτε ενσωματώνουν όψεις της αστικής ιδεολογίας (ΣΥΡΙΖΑ).

Για τη Ν.Δ. η εκλογική ήττα είναι εξίσου μεγάλη και δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την εκλογική πρωτιά. Η εκλογική της ήττα οφείλεται σε κυρίως στην στήριξη που παρείχε στην κυβέρνηση Παπαδήμου και στην δέσμευση τήρησης της πολιτικής της εφεξής. Επιπλέον, χρεώθηκε την πολιτική ανακολουθία της στάσης της σε σχέση με τα α’ και β’ μνημόνια. Ο κατακερματισμός του χώρου της Δεξιάς (ο οποίος αθροιστικά ξεπερνά το 45%), με την πανσπερμία των φιλελευθέρων (7,5%), το ΛΑΟΣ, η Χ.Α. και κυρίως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» (οι οποίοι αποτελούν χώρο υποδοχής της αντι-μνημονιακής «λαϊκής» δεξιάς) συνέτριψαν την προοπτική αυτοδυναμίας της Ν.Δ..

Έχει μεν πληγεί σημαντικά το κόμμα της ενιαίας Δεξιάς (ΝΔ), η κοινωνική βάση όμως της ιστορικής Δεξιάς δεν έχει συρρικνωθεί. Το μπλοκ αυτό εκφράστηκε από περισσότερα κόμματα, σε πιο δεξιά γενικώς κατεύθυνση. Πρέπει πάντως να εκτιμηθεί ότι ο κατακερματισμός αυτός, μόνο συγκυριακές δυσχέρειες προκαλεί στη συσπείρωση του δεξιού ακροατηρίου. Στη στρατηγική μάχη απέναντι στην Αριστερά, θα ανταποκριθεί με ευκολία στο προσκλητήριο της πόλωσης.

Μεγάλος κερδισμένος των εκλογών ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο λόγω του ποσοστού του, αλλά κυρίως της δυναμικής που διαμορφώνεται υπέρ του στην κοινωνία, μέρα με τη μέρα. Οι κυριότεροι παράγοντες αυτής της δυναμικής είναι:

– Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίστηκε από τις μάζες, ιδίως από εκείνες που αποδεσμεύτηκαν από το ΠΑΣΟΚ, ως γνήσια αντιμνημονιακή δύναμη, η οποία α) έχει μεγάλη κοινωνική βάση στο τμήμα των μεσαίων, ιδίως, και λαϊκών στρωμάτων με ιστορικά δημοκρατικό προσανατολισμό, β) έχει δεδομένη συμμετοχή στους λαϊκούς αγώνες και κινητοποιήσεις, για την οποία μάλιστα έχει υποστεί κριτική από το πολιτικό σύστημα επί πολλά χρόνια, και κυριότερα γ) έθεσε ζήτημα πολιτικής εξουσίας (έστω και με τη μορφή του «κυβερνητισμού»), σε αντιδιαστολή προς άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, όπως ιδίως το ΚΚΕ, το οποίο δεν έχει πείσει ότι έχει στοιχειώδη προσανατολισμό πρακτικής υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων.

– Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τον ξεκάθαρο αντιμνημονιακό του προσανατολισμό αναγνώρισε και ενσωμάτωσε τα διλήμματα της αστικής στρατηγικής ως προς το Ευρώ. Η θέση του για παραμονή της χώρας στο Ευρώ επέτρεψε και στα κομμάτια της κοινωνίας που αποστοιχήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ να τον επιλέξουν, καθώς ο κόσμος αυτός δεν έχει εγκαταλείψει ακόμη τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που ηγεμόνευαν την περίοδο της «ανάπτυξης» (ιδίως εκείνο του ζεύγους ανάπτυξη/ευημερία, της κοινωνικής συνεργασίας, του κοσμοπολιτισμού, κλπ).

Τέλος, θα πρέπει να αξιολογηθεί ιδιαίτερα η εκλογική καταγραφή του ΚΚΕ, η οποία, αν και ελαφρώς ανοδική σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, μαρτυρά στο πλαίσιο της συγκυρίας την καθήλωση και πλήρη πολιτική και κοινωνική οριοθέτησή του. Το γεγονός αυτό λαμβάνει μεγαλύτερη αξία ενόψει της συντριπτικής ανατροπής του συσχετισμού εντός της Αριστεράς με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Τα ειδικότερα στοιχεία αυτής της μετατόπισης θα πρέπει να εντοπιστούν κυρίως 1) στο σεχταρισμό και την περιχαράκωση που επιδεικνύει επί σειρά ετών στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων, 2) στην αδυναμία διατύπωσης ενός εναλλακτικού υλοποιήσιμου πολιτικού σχεδίου για την εργατική τάξη, με τη διαρκή μετάθεση της επίλυσης των προβλημάτων σε ένα αβέβαιο και νεφελώδες μέλλον, που διαμεσολαβείται από την οργανωτική του ενίσχυση. Ως κύριος εκφραστής του αντ-ΕΕ/αντι-ΟΝΕ λόγου, χρεώνεται (μαζί με την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.) την αποτυχία γείωσης αυτού του λόγου στο κοινωνικό ακροατήριο.

 

Δ. Εκτίμηση των κοινωνικών μετατοπίσεων και δυνατοτήτων

Το αποτέλεσμα των εκλογών πρέπει να εκτιμηθεί ως η απαρχή μιας βαθιάς κοινωνικής διεργασίας, η τροπή της οποίας είναι άδηλη και εξαρτάται κυρίως από τη μορφή και την έκβαση της ταξικής πάλης.

Τα αστικά συμφέροντα είναι αναγκασμένα να επιχειρήσουν τη συγκρότηση του επόμενου πόλου διακυβέρνησης με κέντρο τη Ν.Δ. και ενδεχομένως με τη συνδρομή μικρότερων κομμάτων του κέντρου και της Δεξιάς, γύρω από την στρατηγική της παραμονής στο € και στις πολιτικές του μνημονίου. Σε συνθήκες αυξανόμενης πόλωσης που θα αναπτυχθούν ως τις επικείμενες εκλογές, ενδεχόμενη διακυβέρνηση της Δεξιάς θα προχωρήσει στη βάση του πολιτικού προγράμματος ενός αυταρχικού κράτους, με πολύ μεγάλο βαθμό αυτονόμησης σε σχέση με τα λαϊκά συμφέροντα και με ευρείς μηχανισμούς κρατικής και παρακρατικής βίας και καταστολής.

Η συντριβή του ΠΑΣΟΚ από την άλλη και η μαζική αποδέσμευση από αυτό, δημιουργεί νέα δεδομένα για την κοινωνική επιρροή της Αριστεράς, η οποία θα κληθεί να συγκροτήσει το αντίπαλο μπλοκ στο βάθεμα των μεταρρυθμίσεων και στην ένταση του αυταρχισμού, με κέντρο τη δική της παρουσία. Η ανασυγκρότηση μιας διάδοχης κεντρώας ή σοσιαλδημοκρατικής δύναμης που θα ανασχέσει αυτή τη δυναμική της Αριστεράς είναι προς το παρόν ιδιαίτερα δύσκολη.

Στα παραπάνω πλαίσια, αναδύεται μια ιδιαίτερη περίοδος. Τα στρώματα που αποδεσμεύτηκαν από το ΠΑΣΟΚ διατηρούν ακόμα τη σχέση τους με τα ιδεολογικοπολιτικά σχήματα που χαρακτήρισαν την προηγούμενη περίοδο και η μετατόπιση τους αποτελεί κυρίαρχα συνέπεια της αποσύνθεσης του πολιτικού συστήματος, παρά αποτέλεσμα της πολιτικής εμβέλειας της Αριστεράς. Η διάλυση του δικομματισμού και η μετατόπιση του κοινωνικού αυτού δυναμικού, δημιουργούν όμως όρους ανάπτυξης μιας νέας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, με την πρωτοβουλία των κινήσεων στην Αριστερά. Η επιτυχής έκβαση της διεργασίας αυτής είναι και η μόνη προοπτική υλοποίησης των στόχων που θα βάλει και στην πορεία θα βάζει το λαϊκό κίνημα.

 

Ε. Μπροστά στις επόμενες εκλογές

Οι επόμενες εκλογές έχουν τεράστια σημασία για την ελληνική κοινωνία και θα καθορίσουν τους όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης τα επόμενα χρόνια. Θα αναμετρηθούν δύο μπλοκ.

Από τη μια η Δεξιά με το αυταρχικό ακροδεξιό σχέδιο της Ν.Δ. συνεπικουρούμενη από τους ακραιφνείς εκφραστές του άκρατου νεοφιλελευθερισμού (ΔΗ.ΣΥ., ΔΡΑΣΗ), από τον παλαιοφασισμό του ΛΑ.Ο.Σ., το νεοναζισμό της Χ.Α. και το σύνολο των κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών του αστισμού,

και από την άλλη όχι η αριστερά που ταυτίζεται με το πρόγραμμα της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., όχι πιθανά η αριστερά που θέλαμε, αλλά όμως η Αριστερά.

Το αποτέλεσμα του καθορισμού αυτών των όρων δεν είναι αδιάφορο για την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., διότι σε καμία περίπτωση δεν είναι αδιάφορο για την κοινωνία και για τις δυνάμεις της Εργασίας.

Οι επόμενες εκλογές δεν καθορίζουν βέβαια το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, καθορίζουν όμως τα νέα χαρακτηριστικά του πεδίου της ταξικής πάλης.

Το επίδικο των εκλογών αυτών απέχει πάρα πολύ από τις όντως υπαρκτές και σημαντικές διαφορές, ανάμεσα στα (εν πολλοίς ανολοκλήρωτα) πολιτικά προγράμματα μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.. Το επίδικό αυτών των εκλογών αφορά εάν τα προγράμματα αυτά θα διαθέτουν τους κοινωνικούς όρους ώστε να ολοκληρωθούν και να δοκιμαστούν ιστορικά ή θα ξαναμπούν στα συρτάρια της θεωρητικής συζήτησης.

Στο ενδεχόμενο ακόμα και νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές, στο ενδεχόμενο ακόμα και συγκρότησης της περίφημης «Κυβέρνησης της Αριστεράς», ο αστισμός δεν θα παρατήσει τα όπλα. Είναι πάντα ανοιχτό το ενδεχόμενο της δημιουργίας κλίματος τεχνητής άτακτης χρεοκοπίας από την πλευρά του, ώστε να πετύχει ταυτόχρονα δυο στρατηγικούς στόχους. Την παραδειγματική διεθνή τιμωρία της Ελλάδας για την εκλογή αριστερής κυβέρνησης και το τσάκισμα συνολικά της Αριστεράς στην Ελλάδα για τα επόμενα πολλά χρόνια ως υπεύθυνη για την πυροδότηση της βόμβας της κρίσης και την επαναφορά του σχεδίου της Δεξιάς ως το μόνο σχέδιο εθνικής σωτηρίας.

Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο που αποτελεί επί της ουσίας τον πυρήνα του πιο σκληρού εκβιασμού που θα απευθύνει το αστικό μπλοκ στην κοινωνία, το να λέμε ως ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι έτοιμος να γίνει κυβέρνηση και να αντιμετωπίσει αυτό το ενδεχόμενο (λες και εμείς είμαστε εντελώς έτοιμοι), είναι εσφαλμένο με δεδομένο ότι η συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών από την Δεξιά δεν θα είναι καλύτερη εξέλιξη. Απεναντίας οφείλουμε να επισημαίνουμε τις αδυναμίες και τις ασάφειες του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και να βαθαίνουμε την ανάλυση του δικού μας. Μας βαραίνει το ιστορικό καθήκον της συμβολής στην οργάνωση ενός σχεδίου σε περίπτωση που η Ελλάδα αποβληθεί από την Ευρωζώνη και όχι η αποφυγή αυτής της προετοιμασίας.

 

ΣΤ. Η στάση και η κατάσταση της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.

Υποστηρίζουμε ότι ο χώρος της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. πρωταγωνίστησε στις κοινωνικές συγκρούσεις των προηγούμενων 2,5 χρόνων. Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε θα πρέπει τα στελέχη και οι επιρροές της να είχαν έστω ένα δίαυλο επικοινωνίας με τους χώρους στους οποίους παρεμβαίνουν και άρα επαφή με τις κοινωνικές διεργασίες που εκεί συντελούνται.

Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. δεν είχε εικόνα της εκλογικής τάσης. Δεν υπήρχε η εικόνα ότι τα κόμματα εκτός βουλής θα λάμβαναν 19,1%, αλλά ότι συμπιέζεται η «χαμένη» προς αυτά ψήφος είτε από τη Ν.Δ. είτε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπήρχε η εικόνα ότι μαζί ΠΑΣΟΚ-ΝΔ θα περιοριστούν στο 32%. Δεν υπήρχε η εικόνα της μαζικής στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ από εργατικά στρώματα. Δεν υπήρχε η εικόνα ότι με τη μια ή την άλλη μορφή συνεργασίας δεν θα προκύψει κυβέρνηση μνημονίου.

Σήμερα, 2 εβδομάδες μετά τις εκλογές της 6ης Μάη η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. δυσκολεύεται να ομολογήσει δημόσια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τμήμα της Αριστεράς και μάλιστα κυρίαρχο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πιέζεται από το σύνολο των μηχανισμών εξουσίας του αστισμού να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας και δεν υποκύπτει, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί τη χώρα σε νέες εκλογές με αίτημα την αλλαγή της πολιτικής κατάστασης εις όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, ότι το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι καλύτερο για τα λαϊκά στρώματα από το σχέδιο της Δεξιάς και ότι δίνει καλύτερες δυνατότητες πάλης για το κίνημα, ότι μέρος του ΣΥΡΙΖΑ (αρ. ρεύμα, οργανώσεις ρ.α.) διαθέτει πολιτικό σχέδιο παραπλήσιο με το σχέδιο της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α..

Αδίκως ή δικαίως, από φόβο ταύτισης, σύγχυσης, ενσωμάτωσης.

Αποδεικνύεται μάλλον ανεπαρκής και μονοδιάστατη μια προσέγγιση του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία θα περιορίζεται στη διαπίστωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ 1) είτε νομοτελειακά θα «κουβελοποιηθεί» και θα ενσωματωθεί στην αστική πολιτική σκηνή για να διαχειριστεί με τη σειρά του το μνημόνιο, 2) είτε το πρόγραμμά του θα αποτύχει λόγω των αδυναμιών του (δεν έρχεται σε ρήξη με το ευρώ, δεν προβλέπει έλεγχο στην κίνηση κεφαλαίων κλπ) και θα οδηγήσει σε κοινωνική καταστροφή, εξαφανίζοντας παράλληλα την Αριστερά από τον πολιτικό χάρτη για δεκαετίες.

Το πρώτο σημείο υποτιμά την σημασία της δημόσιας τοποθέτησης από δυνάμεις στο εσωτερικό του που έχουν σαφή αντι-ΕΕ και αντι-€ κατεύθυνση, ενώ το δεύτερο σημείο θα έτεινε να υποβιβάζει τους κοινωνικούς αγώνες και την πολιτική πάλη σε απλό προϊόν σχεδιασμού και υλοποίησης προγραμμάτων. Σε κάθε περίπτωση, το κοινωνικό ρεύμα που αναπτύσσεται γύρω από τον πολιτικό φορέα του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί αρνητική εξέλιξη. Αρνητική εξέλιξη αποτελεί η αδυναμία της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. να παρέμβει σε αυτό το ρεύμα, ειδικά εάν εκτιμούμε ότι κυρίως από αυτό το κοινωνικό ρεύμα, θα προκύψουν οι κοινωνικές δυνάμεις που θα αναμετρηθούν με την αστική πολιτική το επόμενο διάστημα, σε συνθήκες εντεινόμενης κοινωνικής πόλωσης.

Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αναδειχθεί σε ηγεμονική πολιτική δύναμη στην Αριστερά και ότι, όπως διαγράφεται, οι πολιτικές μάχες του άμεσου μέλλοντος θα φέρουν τη σφραγίδα της ηγεμονικής παρουσίας του. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα είναι μέγιστο λάθος να περιμένει η αντικαπιταλιστική Αριστερά με χαιρεκακία την ενδεχόμενη πολιτική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, μιας και ούτως ή άλλως ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πέρα από τις αμετάκλητες κοινωνικές του συνέπειες, θα χρεωθεί συνολικά στην Αριστερά, εξίσου και στην αντικαπιταλιστική.

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η κομβικότητα του ζητήματος εξόδου από το € αξιοποιήθηκε εργαλειακά σε μια λογική χάραξης διαχωριστικών γραμμών μέσα στην Αριστερά. Η παραμονή ή μη στο € αφορά στην στρατηγική αντικαπιταλιστική στόχευση και δεν πρέπει να αποτελεί προαπαιτούμενο για την τακτική ενιαιομετωπική δράση, ειδικά όταν αυτό το ζήτημα αξιοποιείται στρατηγικά από το αστικό μπλοκ. Το € αποτελεί για την Ελλάδα τον ειδικό τρόπο σύνδεσής της με τη διαδικασία μείωσης του μεριδίου της εργασίας στο παραγόμενο κοινωνικό προϊόν εντός της κοινής αγοράς. Έχει αποδειχθεί ότι η διακηρυκτική αντίθεση στο € δεν αναιρεί τις αυταπάτες και τους συμβιβασμούς οικοδομήθηκαν με μερίδα της κοινωνίας. Χρειάζεται ένας πιο γειωμένος λόγος ανάδειξης των πολιτικών της Ε.Ε. και κυρίως του ρόλου τους στην επιβολή των μνημονίων. Το αίτημα για έξοδο από το € θα ωριμάσει μέσα στο λαό όταν η Ε.Ε. θα θελήσει να του επιβάλλει την έξοδο από το € σαν συνέπεια απόρριψης της πολιτικής των μνημονίων.

Ενώ η έξοδος από το € αποτελεί ταξικό συμφέρον των εργαζομένων και η πλατιά υιοθέτηση αυτού του αιτήματος είναι διακύβευμα της χειραφέτησής τους, η αντίθεση απέναντι στην πολιτική του μνημονίου ήδη την τέμνει οριζόντια με όρους πλειοψηφικού ρέυματος. Η αντίθεση με το € είναι μια εξέλιξη σε δεύτερο χρόνο, κατά την οποία, με πρωτοβουλία πιθανότατα του αστικού μπλοκ, το θέμα του ευρώ θα αναδειχθεί σε κυρίαρχο πολιτικά. Θα μιλάμε όμως για μια επόμενη συγκυρία, με άλλο ταξικό συσχετισμό και άλλες προτεραιότητες που θα θέσουν τότε τα λαϊκά στρώματα στον εαυτό τους. Στη προετοιμασία για αυτή τη μελλοντική συγκυρία θα πρέπει να συμβάλει με τις δυνάμεις της η αντικαπιταλιστική αριστερά, τοποθετούμενη όμως με αυτοτέλεια εντός και όχι εκτός της ιστορικής κίνησης που συντελείται σήμερα στην Ελλάδα.

Το στοίχημα για τις δυνάμεις της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. είναι να έρθουν σε επαφή και να συνδεθούν με αυτό το μεγάλο κοινωνικό ρεύμα που αναπτύσσεται, διατηρώντας την πολιτική αυτοτέλεια του αντικαπιταλιστικού (και αντι-ΕΕ) στίγματος, με κεντρικούς στόχους: α) Να προσθέσουν δυνάμεις στη διαμόρφωση του αντιμνημονιακού ρεύματος στην κοινωνία, β) να συμβάλλουν στην συγκρότηση πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς στην βάση και κυρίως στους χώρους εργασίας γ) να εμπλουτίσουν το αναδυόμενο κοινωνικό ρεύμα με ριζοσπαστικές πρακτικές που θα βρίσκονται στον αντίποδα της «νομιμοφροσύνης» του ΣΥΡΙΖΑ, και δ) να παράγουν μετατοπίσεις στον κορμό του πολιτικού ρεύματος που έχει εκδηλωθεί γύρω από το ΣΥΡΙΖΑ, μπολιάζοντάς τον με τα στοιχεία της αντικαπιταλιστικής προοπτικής, με διαρκή πολιτική κριτική και δουλειά μέσα στις μάζες.

Η συμμετοχή της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. στις εξελισσόμενες κοινωνικές διεργασίες δεν μπορεί, ενόψει των παραπάνω, να περιορίζεται απλά σε λογικές κοινωνικού μετώπου. Θα πρέπει να εξεταστεί ο προσανατολισμός μιας πολιτικής/εκλογικής σύμπραξης, στη βάση δύο κεντρικών αξόνων: 1) στον άξονα της ανατροπής του μνημονίου και των πολιτικών που το συνοδεύουν, διαγραφή του χρέους, με παράλληλη προστασία του λαϊκού εισοδήματος, προστασία των Ταμείων 2) στον άξονα ενός αντιαυταρχικού/αντιφασιστικού μετώπου, που θα περιλαμβάνει υπεράσπιση της λαϊκής ψήφου, καθιέρωση απλής αναλογικής, αντικατασταλτικό και αντιφασιστικό μέτωπο. Αυτονόητο ότι είναι αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση και ο εμπλουτισμός των δύο παραπάνω αξόνων, μετά από πολιτική επεξεργασία στο εσωτερικό του κινήματος.

 Στα πλαίσια των παραπάνω διαπιστώσεων, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ότι θα πρέπει να επιδιωχθεί από την ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. η προσέγγιση με το ΣΥΡΙΖΑ σε επίπεδο πολιτικού μετώπου της Αριστεράς. Προϋπόθεση για τη συμμετοχή της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σε ένα τέτοιο μέτωπο θα πρέπει να είναι η διατήρηση της πολιτικής της αυτοτέλειας (και σε κάθε περίπτωση φυσικά η αποχώρησή της σε περίπτωση πολιτικής ασυνέπειας του ΣΥΡΙΖΑ).

Το πολιτικό μέτωπο, στη βάση των δύο αξόνων που αναφέρθηκαν παραπάνω, θα πρέπει να συγκροτηθεί και με προοπτική κοινού εκλογικού κατεβάσματος. Φυσικά, οι πολιτικοί συσχετισμοί εντός και εκτός ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. και επίσης ο περιορισμένος αντικειμενικά πολιτικός χρόνος φαίνεται να μην επιτρέπουν την υλοποίηση ενός τέτοιου εκλογικού σχεδίου με ορίζοντα τις εκλογές της 17ης Ιουνίου. Θα πρέπει όμως να κρατηθεί ως πολιτικό συμπέρασμα και κυρίως ως δείκτης του βάθους των πολιτικών συγκλίσεων που πρέπει να υπάρξουν.

Στις επικείμενες εκλογές, ακόμα και αν δεχτούμε ότι η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. δεν μπορεί παρά κατέβει με αυτοτελή παρουσία, θα πρέπει ο πολιτικός της λόγος να αντιμετωπίζει το «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ» όχι ως κάτι το λιγότερο αριστερό, αλλά ως ένα μεγάλο τμήμα της Αριστεράς στο οποίο πλήθος λαού επενδύει για την κοινωνική αλλαγή και που όμως υστερεί σε οργανωμένη παρέμβαση στον μαζικό χώρο και σε σαφήνεια του μεταβατικού του προγράμματος. Σε αυτές τις υστερήσεις η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. υπερτερεί και η γραμμή της θα μπορούσε να έχει σημαντικά αποτελέσματα απευθυνόμενη στο σύνολο του κοινωνικού ρεύματος που χτίζεται γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Θα έπρεπε η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. συμπαγώς και στο σύνολό της, να επιχειρήσει να παρέμβει στις αντιφάσεις και στο ρευστό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ μέσα από μια δημόσια πρόταση πολιτικής και εκλογικής συνεργασίας. Αυτή η πρόταση θα έπρεπε πέρα από τις αυτονόητες πολιτικές προϋποθέσεις, να θέτει και προς το ΚΚΕ το θέμα της έμπρακτης και διαλεκτικής συστράτευσης της Αριστεράς με τον λαό, για τον λαό. Η πρόταση αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θετική ανάφλεξη σε πολλά πεδία ταξικών αναμετρήσεων.

 Είναι σήμερα αναγκαίο και εφικτό:

– Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. να τοποθετηθεί στην πολιτική γραμμή του μετώπου της Αριστεράς, όπως διατυπώθηκε παραπάνω, διακρίνοντας την τακτική από την στρατηγική

– Να δρομολογηθεί ακόμα και την αμέσως ερχόμενη περίοδο πολιτική επαφή η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. με το ΣΥΡΙΖΑ στην παραπάνω κατεύθυνση. Σημειώνουμε ότι φυσικά δεν πρέπει να υποτιμηθεί η πολιτική αυτοτέλεια της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α., ούτε το πολιτικό βάρος της παρουσίας της. Η προσέγγιση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό συσχετισμό μεταξύ των δύο δυνάμεων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνει με όρους υποταγής και αμφισβήτησης της πολιτικής αυτοτέλειας της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

– Στα παραπάνω πλαίσια μπορεί επίσης να δρομολογηθεί σειρά πολιτικών εκδηλώσεων και συζητήσεων με δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ, με αντικείμενο την πολιτική συγκυρία, το μνημόνιο, το ευρώ και θέματα πολιτικής κατεύθυνσης και στρατηγικής.

Τα σημεία της πολιτικής συζήτησης που πρέπει να θέτει η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.

Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. πρέπει να θέσει συγκεκριμένους όρους που εμπεριέχονται στο μεταβατικό της πρόγραμμα και βάσει αυτών να κινηθεί ενιαιομετωπικά το επόμενο διάστημα. Είναι μέτρα άμεσης ανακούφισης της πλατιάς κοινωνικής πλειοψηφίας.

1. Ιδιαίτερη σημασία έχει κυρίως ο πρώτος άξονας της πρότασης πολιτικού-εκλογικού μετώπου, δηλαδή εκείνος της ανατροπής του μνημονίου και των πολιτικών που το συνοδεύουν.

Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:

– Κατάργηση του συνόλου των νόμων, διαταγμάτων και εγκυκλίων που απορρέουν από την εφαρμογή των μνημονίων

– Παύση πληρωμών στους δανειστές του Δημοσίου, άμεση διακοπή πληρωμής τόκων, χρεολυσίων, ομολόγων που λήγουν.

– Εθνικοποίηση του πιστωτικού συστήματος, έλεγχος κίνησης κεφαλαίων

– Εθνικοποίηση όλων των εταιρειών που διαχειρίζονται, εμπορεύονται ή διανέμουν πάνω σε κοινωφελή δίκτυα μεταφορών, τηλεπικοινωνιών, ενέργειας, ύδρευσης

– Απαγόρευση των απολύσεων, μετατροπή όλων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή εκ περιτροπής εργασίας σε αορίστου χρόνου

– Προστασία και αύξηση του κατώτατου μισθού και αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων

– Αύξηση στην φορολογία των επιχειρήσεων και στην ιδιωτική περιουσία φυσικών προσώπων που διατηρούν μετοχικό κεφάλαιο σε επιχειρήσεις

– Αύξηση του αφορολόγητου για τους μισθωτούς.

– Δημόσια, Δωρεάν και πλήρης ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους

Για όλα τα παραπάνω δεν βάζουμε ως προϋπόθεση την έξοδο από το Ευρώ, αλλά δεν θυσιάζουμε τίποτα από όλα αυτά για την παραμονή στο Ευρώ.

2. Η αναζήτηση πλατιών συμμαχιών για την αντιμετώπιση του κρατικού αυταρχισμού που θα ακολουθήσει ιδιαίτερα στην περίπτωση εκλογικής ήττας της Αριστεράς, ή για την υπεράσπιση πιθανής εκλογικής νίκης.

Κλείνοντας,

Θα πρέπει η αντικαπιταλιστική αριστερά να τοποθετηθεί με θάρρος στο πεδίο της διαφαινόμενης κλιμάκωσης της κοινωνικής πόλωσης το επόμενο διάστημα.

Η κοινωνική σύγκρουση του ερχόμενου διαστήματος θα τείνει να λάβει χαρακτηριστικά τελικής αναμέτρησης, αφού ο αστισμός θα επιστρατεύσει όλες του τις εφεδρείες για να τσακίσει την παραφωνία.

Γίνεται ήδη ορατή η συγκρότηση δύο πόλων στην κοινωνία, που πολιτικά θα εκφραστούν ο μεν πρώτος από μια συμμαχία με κύριο άξονα τη Δεξιά και συμπληρωματικά το ΠΑΣΟΚ, ο δε δεύτερος από την Αριστερά. Η πολιτική μορφή που θα εκφράσει τον δεύτερο πόλο της κοινωνικής αναμέτρησης αποτελεί ένα ανοιχτό στοίχημα.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μια εκδοχή κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ μένει μόνος εκφραστής αυτού του μπλοκ, με την επαναστατική αριστερά και το ΚΚΕ να κρατούν αποστάσεις ή/και να λοιδορούν, συμβάλλει και δεν αποτρέπει μια ακόμα ήττα του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα στην καλύτερη ίσως ευκαιρία του να νικήσει.

 

Σπύρος Κοντομάρης

Γιώργος Τσούτσουβας

Μέλη της ΑΡ.Α.Σ. και της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.


Μοιράσου.

Leave A Reply