Ενίσχυση της Λαϊκής Ενότητας – Στήριξη των αριστερών ριζοσπαστικών κινήσεων στις αυτοδιοικητικές εκλογές

0
  1. Οι επικείμενες ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές εκλογές, λόγω της εγγύτητας τους με τις εθνικές εκλογές αλλά και του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ιδιαίτερα των Περιφερειών στην υλοποίηση ενός μεγάλου εύρους κρατικών λειτουργιών και στην διαχείριση κονδυλίων, αποκτούν έντονο πολιτικό χαρακτήρα.
  2. Η πολιτική συγκυρία καθορίζεται από την υποχώρηση των λαϊκών αγώνων την τελευταία τριετία και την αδυναμία ή και απροθυμία της αριστεράς να επιδράσει σε αυτή. Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει την ανάδειξη δευτερευουσών συγκρούσεων μεταξύ των αστικών μνημονιακών κομμάτων και τη μετατόπιση της πολιτικής ατζέντας σε αντιδραστικά ερωτήματα. Ταυτόχρονα, διευκολύνει το ΣΥΡΙΖΑ που με ένταση υλοποιεί τις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές, να παρουσιάζεται ως δημοκρατικός – προοδευτικός πόλος.
  3. H ανάκαμψη της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, λόγω της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης και της παρατεταμένης λιτότητας, έχει σαν αποτέλεσμα μία πρόσκαιρη οικονομική σταθεροποίηση από τα αποτελέσματα της οποίας ωφελούνται το κεφάλαιο και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ωστόσο, διατηρούνται οι παράγοντες της ελληνικής κρίσης: το δυσβάστακτο και μη βιώσιμο χρέος, η αδυναμία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι αρνητικοί επενδυτικοί ρυθμοί, η παρατεταμένη λιτότητα. Έτσι, παραμένουν έντονες οι αντιφάσεις της αστικής πολιτικής και αβέβαιη η σταθεροποίηση.
  4. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση υλοποιεί επιθετικά τη μνημονιακή στρατηγική με μικρότερες κοινωνικές αντιστάσεις. Έτσι στηρίζεται προς το παρόν από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η ανοχή που έδειχναν την προηγούμενη περίοδο έχει μετατραπεί σε στήριξη, λόγω της εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους από την κυβέρνηση. Ιδιαίτερα αυτό αφορά τον αμερικάνικο παράγοντα, με την προώθηση της συμφωνίας των Πρεσπών, την διαμόρφωση ενός «άξονα», Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου – Ισραήλ, την εξυπηρέτηση των μεγάλων ενεργειακών ομίλων κλπ. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μία φιλοϊμπεριαλιστική κυβέρνηση που υλοποιεί μία πολιτική που δεν έχει σχέση με τις επιδιώξεις και τις αρχές της αριστεράς. Ταυτόχρονα, εγκυμονεί κινδύνους στο βαθμό που επιδιώκει να αξιοποιήσει τις εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας για να διαμορφώσει πλεονεκτήματα για το ελληνικό κεφάλαιο, προωθώντας παράλληλα τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.
  5. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να αξιοποιήσει προεκλογικά τη μικρή ευελιξία που του επιτρέπουν για μικρο– παραχωρήσεις προνοιακού χαρακτήρα. Tα μέτρα αυτά, όπως είναι πρωτίστως η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου, η διατήρηση ενός τμήματος της 13 σύνταξης κλπ., αφενός δεν παράγουν κανένα σχεδόν κόστος στο κεφάλαιο, αφετέρου αντισταθμίζονται με άλλα, τα οποία διευρύνουν τα πλεονεκτήματα που συσσωρεύει η αστική τάξη. Ταυτόχρονα, λόγω της αδυναμίας του να συγκροτήσει μαζικά ερείσματα σε συνδικαλιστικό, αυτοδιοικητικό επίπεδο και στη νεολαία, σε αυτές τις εκλογές επιχειρεί να ολοκληρώσει τη διαδικασία σοσιαλφιλελεύθερου μετασχηματισμού του με την ακόμα μεγαλύτερη ενσωμάτωση στελεχών από τον παραδοσιακό μηχανισμό ΠΑΣΟΚ, αλλά ακόμη και στελεχών του χώρου της δεξιάς. Επιδιώκει να πλαγιοκοπήσει τις δυνάμεις της αριστεράς με την επιστράτευση του φοβήτρου μιας κατασταλτικής και χωρίς προφάσεις νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης Μητσοτάκη.
  6. Η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ επιβραβεύει ένα κόμμα που έκανε στο πιο σύντομο διάστημα μία τεράστια πολιτική στροφή, εφαρμόζοντας εντελώς αντίθετα μέτρα σε σχέση με αυτά που υποστήριζε ότι θα εφαρμόσει πριν την εκλογή του. Ακόμα και η επανεκλογή του το Σεπτέμβριο του 2015, έγινε με ένα πρόγραμμα το οποίο, διακηρυκτικά, περιλάμβανε ορισμένα αντίμετρα στις μνημονιακές ρυθμίσεις και επίσης προέβαλλε μία πιο ήπια διαχείριση των μνημονίων. Σε αντίθεση με αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ επέβαλλε μέτρα τα οποία δεν είχαν καταφέρει οι προηγούμενες κυβερνήσεις, με πιο χαρακτηριστικά την επιδείνωση του ασφαλιστικού, τους δεκάδες χιλιάδες πλειστηριασμούς, τις ιδιωτικοποιήσεις των ελεύθερων χώρων, των λιμανιών, των αεροδρομίων, πολλών ΔΕΚΟ κλπ. Η υπερψήφιση ενός τέτοιου κόμματος, έχει ως αποτέλεσμα την επιβράβευση της πολιτικής του στροφής και του πολιτικού κυνισμού και σε αυτό το πλαίσιο, μακροπρόθεσμα θωρακίζει περαιτέρω την πολιτική σκηνή από τους αγώνες και τις επιδιώξεις των λαϊκών τάξεων. Οχι μόνο δεν αποτελεί άμυνα απέναντι στην επιθετική πολιτική της Ν.Δ., αλλά στην ουσία ενισχύει συνολικά την επιθετική νεοφιλελεύθερη πολιτική.
  7. Η ΝΔ φαίνεται να διατηρεί προβάδισμα για τις επερχόμενες εκλογές έχοντας επιτύχει ένα σημαντικό επίπεδο συσπείρωσης του ακροατηρίου της. Θέλει να τις μετατρέψει σε πρόκριμα για τις επόμενες εθνικές εκλογές, με κεντρικό στόχο να δημιουργήσει μετά τα αποτελέσματα τη δυναμική μιας πιο ασφαλούς νίκης και μιας διαφοράς που εγγυάται την αυτοδυναμία και δεν ανατρέπεται. Προβάλλει μία ιδιαίτερα επιθετική νεοφιλελεύθερη ατζέντα εσκεμμένα, ώστε να εμπεδώσει την ίδια αντιλαϊκή και κατασταλτική ατζέντα της και για τις εθνικές εκλογές. Με το επιθετικό της νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα, η ΝΔ επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει όλο το αστικό κεκτημένο των μνημονίων και την βλάβη που διαμόρφωσε στην εικόνα της αριστεράς η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να εδραιώσει την μακροπρόθεσμη ηγεμονία της στην πολιτική σκηνή. Επιδιώκει να αποτελέσει τον βασικό πολιτικό εκφραστή της αστικής τάξης και τον πιο σκληρό και επιθετικό αντίπαλο για τα εργατο-λαϊκά στρώματα. Ωστόσο, η πολιτική της θα αντιμετωπίσει εντάσεις και αντιστάσεις που σχετίζονται με την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού και  τη δυσφορία του λαϊκού παράγοντα απέναντι σε μία ακόμα πιο επιθετική πολιτική εις όφελος της αστικής τάξης. Γι’ αυτό, ο βαθμός ελέγχου του κυβερνητικού κέντρου και τα περιθώρια κινήσεων που θα έχει θα παίξουν ρόλο την επόμενη περίοδο. Το κατά πόσο θα επιτύχει κυβερνητική πλειοψηφία εξαρτάται, εκτός των άλλων, από τον αριθμό των κομμάτων που θα εισέλθουν στη βουλή. Φραγμό στην κυβερνητική αυτοδυναμία της Ν.Δ. και στην ηγεμονία της στην πολιτική σκηνή, μπορεί να διαμορφώσει ένας πόλος της ριζοσπαστικής αριστεράς ο οποίος πρωτίστως θα εργαστεί για την ανάπτυξη του κινήματος και των αντιστάσεων στη κυβερνητική πολιτική, αλλά ταυτόχρονα θα διαθέτει εκπροσώπηση στην πολιτική σκηνή.
  8. Το ΚΙΝΑΛ, μετά την κατάρρευση της πολιτικής συμμαχίας με ΔΗΜΑΡ και Ποτάμι, και λόγω της πλαγιοκόπησής του από το ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται ότι περιορίζεται σε ένα συμπληρωματικό ρόλο προς τη Ν.Δ.. Την ίδια στιγμή, περιορίζεται το ειδικό βάρος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στην οποία διατηρούσε ερείσματα ακόμα και στις περιόδους της μεγαλύτερης κρίσης του ΠΑΣΟΚ, όπως και ο ρόλος του στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ως προς τα άλλα ενδιάμεσα κόμματα (Ποτάμι, Ενωση Κεντρώων, ΑΝΕΛ κ.λ.π.) που λειτούργησαν σαν αναχώματα για την στροφή προς τα αριστερά την περίοδο της κρίσης του παραδοσιακού δικομματισμού, ο ρόλος τους σταδιακά εξαντλείται.
  9. Η Χ.Α. φαίνεται ότι διατηρεί την επιρροή της παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις και τη φθορά από την αποκάλυψη της δράσης και της φυσιογνωμίας της. Ενισχύθηκε και εν μέρει επανομιμοποιήθηκε από το εθνικιστικό ρεύμα που αναπτύχθηκε εκ νέου, – ως μικρός όμως απόηχος του παρελθόντος – με αφορμή την συμφωνία των Πρεσπών. Δίπλα στη Χ.Α., διαμορφώθηκε ένα παράλληλο ρεύμα της ακροδεξιάς, που ενισχύει την συνολικότερη αντιδραστική ατζέντα, το οποίο δεν μπορεί να παίξει αυτοτελή πολιτικό ρόλο αλλά διευκολύνει και πιέζει στην μετατόπιση της Ν.Δ. σε ακροδεξιά και ταυτόχρονα αυστηρά νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.
  10. Καμία υποστήριξη δεν πρέπει να υπάρχει σε αυτές τις δυνάμεις από τον κόσμο της εργασίας, πόσο μάλλον από τον κόσμο των κινημάτων και της αριστεράς.
  11. Το ΚΚΕ επιδιώκει να συντηρήσει τις δυνάμεις του ως η μόνη κοινοβουλευτική δύναμη της αριστεράς, ωστόσο δέχεται πιέσεις από την ευρύτερη υποχώρηση των λαϊκών αγώνων και την άνοδο συντηρητικών ιδεολογικών αντιλήψεων. Αποφεύγει οποιαδήποτε πολιτική συνεργασιών με άλλες δυνάμεις της αριστεράς παρά το γεγονός ότι αυτό κοστίζει στο κίνημα και στις λαϊκές τάξεις. Η αντίληψη που προβάλλει για το μεταβατικό πρόγραμμα και ειδικά την έξοδο από την ΟΝΕ, ότι πρέπει να συνοδεύεται από τη λαϊκή εξουσία αλλιώς θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα, είναι μία αντίληψη συντηρητική. Ενισχύει το σενάριο του φόβου με το οποίο οι αστικές δυνάμεις οργανώνουν την ηγεμονία στις λαϊκές τάξεις. Η αντίληψη που προβάλλει ότι οποιαδήποτε συμμαχία της αριστεράς, η οποία δεν θα ελέγχεται αποκλειστικά από το κόμμα, οδηγεί σε εξελίξεις όπως του ΣΥΡΙΖΑ, η προσπάθεια της εκ των υστέρων δικαίωσης της άρνησης μίας αριστερής ριζοσπαστικής συμμαχίας, της θέσης του στο δημοψήφισμα του 2015 και της συνολικότερης στάσης του σε κάθε φάση όξυνσης της κρίσης και ανάπτυξης λαϊκού κινήματος, δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή.
  12. Η ριζοσπαστική αριστερά αντιμετωπίζει δυσκολίες στην παρέμβαση στις εξελίξεις και στη διαμόρφωση πόλων αντίστασης στο μαζικό κίνημα και στην πολιτική σκηνή. Η κυριαρχία του κατακερματισμού, του πολιτικού αναχωρητισμού τάσεων και ομάδων ή και της ατομικής ιδιώτευσης στελεχών, αποτελεί σημαντική πολιτική και ιδεολογική υποχώρηση. Σημαντικές είναι οι ευθύνες όσων πολεμούν την συγκρότηση ενός διευρυμένου μετώπου δυνάμεων αλλά και όσων στο πλαίσιο προσωπικών επιδιώξεων, αρνήθηκαν την πολιτική και εκλογική συνεργασία.
  13. Μπροστά στα προβλήματα, δεν είναι, ασφαλώς, λύση η επιλογή πολλών οργανώσεων και ρευμάτων να αποσυρθούν από οποιαδήποτε προσπάθεια συμμετοχής ή συγκρότησης μετωπικών εγχειρημάτων και γενικά από την προσπάθεια να καταστεί η ριζοσπαστική αριστερά ένας πολιτικός χώρος που θα επιδρά σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Η απόσυρση «στα κινήματα» και σε επιμέρους θεματικές πρωτοβουλίες, χωρίς να συνοδεύονται από την συζήτηση για μια συνολική ανασύνταξη της αριστεράς, αποτελεί οπισθοχώρηση σε σχέση και με τα καθήκοντα αλλά και τις δυνατότητες και οδηγεί σε αποδοχή και παγίωση της ήττας. Δεν είναι, επίσης, διέξοδος η αποχή γιατί στη πραγματικότητα ενισχύει κυρίως το πρώτο κόμμα, και συνολικά το δικομματισμό.
  14. Όπως, επίσης, δεν αποτελεί διέξοδο η υποστήριξη πολιτικών δυνάμεων που ακολούθησαν μία αντιενωτική πολιτική, που ακόμα και εκεί που μπορούν να υπάρξουν συγκλίσεις έχουν τη στάση διαχωρισμών, ανταγωνισμών, διαιρέσεων ακόμα και στο εσωτερικό του δικού τους πολιτικού χώρου. Δεν αποτελεί διέξοδο η υποστήριξη δυνάμεων οι οποίες αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή στις εκλογές ως μία διαδικασία προβολής της «επαναστατικής – αντικαπιταλιστικής» προοπτικής και όχι ως έναν από τους τρόπους προπαγάνδισης και προώθησης ενός ριζοσπαστικού προγράμματος άμεσων ρήξεων που απαντάει σε υλικές ανάγκες και ερωτήματα των λαϊκών μαζών στο σήμερα∙ δυνάμεων οι οποίες δεν ενδιαφέρονται για την στρατηγική σύγκλιση στα βασικότερα ζητήματα πολιτικής και τις δυνατότητες συνεργασιών βάσει ενός κοινού προγράμματος, αλλά το βασικό κριτήριό τους είναι κατά πόσο οι επιμέρους δυνάμεις που συμμετέχουν ανήκουν ή όχι στην «επαναστατική – αντικαπιταλιστική» αριστερά και μάλιστα με τον τρόπο που αυτάρεσκα οι ίδιες τον προσδιορίζουν.
  15. Παρά την υποχώρηση των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, η προοπτική του αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου είναι ακόμα υπαρκτή. Στο πλαίσιο αυτό, και οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις πρέπει να δοθούν με γνώμονα την ισχυροποίηση των ενωτικών δυνάμεων. Στις Ευρωεκλογές πρέπει να εκφραστεί ένα συνολικό ρεύμα εναντίωσης στην Ο.Ν.Ε και την Ε.Ε.. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές να ενισχυθούν σχήματα, τα οποία έχουν ένα ενωτικό αριστερό ριζοσπαστικό πλαίσιο, το οποίο μπορεί να συνδέεται με τις ανάγκες, τις προσδοκίες και τα δικαιώματα των εργαζόμενων τάξεων, όπως διαμορφώνονται στο τοπικό επίπεδο.  Είναι κρίσιμο και στις δύο εκλογικές διαδικασίες να εκφραστεί η κοινωνική δυσαρέσκεια, και η αποδοκιμασία των βασικών εκφραστών των σημερινών πολιτικών και όχι ανοχή προς αυτές, ή απάθεια δια μέσου της αποχής.
  16. Η Λαϊκή Ενότητα, παρά τις αδυναμίες της, παραμένει βασικός χώρος στην αριστερά που αναπτύσσει μία εφαρμόσιμη και εφικτή στρατηγική η οποία μπορεί να λειτουργήσει εις όφελος των εργαζόμενων τάξεων και της νεολαίας. Ταυτόχρονα, προωθεί με συνέπεια στον πολιτικό στόχο της ενότητας της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η πολιτική της, πάνω στο ζήτημα της Ε.Ε. της ΟΝΕ και του μεταβατικού προγράμματος, είναι η περισσότερο πλήρης και ορθή σε σχέση με όλες τις τάσεις της ελληνικής αριστεράς. Δεν παραπέμπει στην πολιτική αλλαγή σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, ούτε συνδέει τη λήψη φιλολαϊκών μέτρων με την συνολική αλλαγή εξουσίας. Το πρόγραμμά της συγκρούεται με τις βασικές πλευρές της μνημονιακής και νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, και τους πυλώνες του αστικού συστήματος εξουσίας και του υποτιθέμενου ευρωπαϊκού μονόδρομου.
  17. Η Λαϊκή Ενότητα μπορεί να αποτελέσει βασικό τμήμα για την δημιουργία μίας ευρύτερης πολιτικής συνεργασίας για να δημιουργηθεί φραγμός στην επιθετική αστική πολιτική και στη σταθεροποίηση του νέου δικομματισμού Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Είναι σημαντικό να στηριχθεί στις επόμενες εκλογές ώστε να δίνεται το στίγμα της μαζικής αγωνιστικής δύναμης, που προτάσσει το μεταβατικό πρόγραμμα ως διέξοδο για τις λαϊκές τάξεις και να διαμορφώνονται προϋποθέσεις ενωτικής πολιτικής στις επόμενες πολιτικές και κοινωνικές μάχες, με απήχηση σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα.
  18. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές πρέπει να ενισχυθούν περιφερειακές και δημοτικές κινήσεις, οι οποίες προτάσσουν ένα ενωτικό ριζοσπαστικό αριστερό λόγο με αναφορά σε μαζικά λαϊκά στρώματα, όχι με όρους κομματικής παράταξης ή προβολής μίας «στενής πολιτικής ταυτότητας». Πρέπει να ενισχυθούν εκείνες οι κινήσεις που είχαν μία ενωτική πολιτική και όχι εκείνες οι πολιτικές που λειτούργησαν με διαιρετικό και διχαστικό τρόπο. Ιδιαίτερη σημασία έχουν εκείνες οι περιφερειακές και δημοτικές κινήσεις όπου υπήρξε συνεργασία ευρύτερων δυνάμεων που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, και μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα, για το τι θα μπορούσε και τι μπορεί να γίνει διαφορετικά.
  19. Ιδιαίτερη σημασία έχει, τέλος, η στήριξη της «Ανυπότακτης Αττικής» στην Περιφέρεια Αττικής που χαρακτηρίζεται από νεανικά, ριζοσπαστικά, αριστερά χαρακτηριστικά και διαμορφώνει την δυνατότητα να εκφραστεί με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το αναγκαίο πολιτικό στίγμα της σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς στην πλέον κεντρική Περιφέρεια της χώρας. Η Περιφέρεια Αττικής, στο βαθμό που περιλαμβάνει σχεδόν το μισό εκλογικό σώμα και την πλειοψηφία των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων, έχει σημαντική πολιτική βαρύτητα. Η Ανυπότακτη Αττική κινείται στην κατεύθυνση α) του συνδυασμού ενός ριζοσπαστικού, μαζικού, αριστερού λόγου, που επιδιώκει να αναδεικνύει ένα πρόγραμμα ρήξη με την πολιτική του κεφαλαίου σε τοπικό επίπεδο αλλά και να επικοινωνεί με τα καθημερινά ζητήματα που απασχολούν τις εργαζόμενες τάξεις στην Αττική β) της συνεργασίας σε τοπικό επίπεδο με όλες τις οργανώσεις και τα τμήματα της αριστεράς και ειδικά της ριζοσπαστικής. Επιχειρεί να επικοινωνήσει με τα τοπικά κινήματα, και προωθεί έναν οικολογικό και ταυτόχρονα ταξικό προσανατολισμό. Η διαμόρφωση του σχήματος και το πρόγραμμά του αποτελούν έμπρακτη απόδειξη ότι μπορεί να προωθείται ένας, πολιτικός προσανατολισμός, που να συνδυάζει τη γραμμή των μαζών, τη δημοκρατική συγκρότηση, και να μην ταυτίζεται με πρόσωπα ή με επιμέρους τάσεις.
  20. Σε αυτές τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές να στηριχθεί η ενωτική ριζοσπαστική αριστερά, να μπουν τα θεμέλια για την ανάπτυξη των αγώνων και της πολιτικής προοπτικής των λαϊκών τάξεων.

20 Μαΐου 2019

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

Share.

Comments are closed.