Για τα γεγονότα της 12ης Φλεβάρη και την προοπτική των λαϊκών τάξεων στην Ελλάδα

0

 

Τα γεγονότα που εκτυλίχθησαν στους δρόμους της Αθήνας την Κυριακή 12 Φλεβάρη, αποτέλεσαν μια από τις πιο μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Οι εκατοντάδες χιλιάδες λαού που πλημμύρισαν το Σύνταγμα κα τους δρόμους του κέντρου, η επιμονή των διαδηλωτών να παραμένουν στο δρόμο παρά την αναβαθμισμένη κατασταλτική επίθεση αλλά και τα εξεγερτικά χαρακτηριστικά που πήρε η διαδήλωση αναδεικνύουν την ταξική σύγκρουση που μαίνεται, τη ραγδαία αποδέσμευση των λαικών στρωμάτων από τους κρατικούς μηχανισμούς συναίνεσης /εκβιασμού αλλά και τη λυσσαλέα προσπάθεια του πολιτικού συστήματος να θωρακιστεί απέναντι σε μια τέτοιου μεγέθους διάρρηξη του κοινωνικού ιστού.

 

Μπαίνοντας σε μια δεύτερη, βαθύτερη φάση της καπιταλιστικής κρίσης, η μοναδική στρατηγική του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών για την υπέρβασή της είναι η εμπέδωση και η επικυριαρχία ενός ακόμη πιο σκληρού μετά- νεοφιλελεύθερου μοντέλου συσσώρευσης, με πολύ πιο αυταρχικούς πολιτικούς προσδιορισμούς και με τη διάρρηξη των κοινωνικών συμβιβασμών της προηγούμενης περιόδου του νεοφιλελευθερισμού, παράλληλα με την ανατροφοδότηση της αμερικάνικου πόλου ως ηγεμονικού αλλά και ως κοινωνικοπολιτικού υποδείγματος. Μια τέτοια στρατηγική, η θωράκιση της ευρωζώνης ως μηχανισμού εμπέδωσης και επέκτασης του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και η στράτευση όλων των μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου πίσω από την ευρωστρατηγική είναι που σήμερα υπαγορεύουν για την Ελλάδα ακόμη σκληρότερα προγράμματα λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας.

          Το νέο μνημόνιο επιταχύνει τη διάλυση των κοινωνικών συμβιβασμών του κεφαλαίου με τα λαικά στρώματα. Εξανεμίζει κάθε στοιχείο προνοιακής πολιτικής, αυξάνει τις απολύσεις στο δημόσιο και την ανεργία, επεκτείνει τις ιδιωτικοποιήσεις και την εργοδοτική εξουσία και την πειθάρχηση στον ιδιωτικό τομέα, καθηλώνει τους μισθούς και τις συντάξεις την υποτιμώντας εργατική δύναμη, αυξάνει τη φορομπηξία.

          Η μεγαλειώδης συγκέντρωση της Κυριακής μας οδηγεί σε πολλά και χρήσιμα συμπεράσματα:

  • οξύνεται η κοινωνική ρευστότητα και η λαϊκή αγανάκτηση και αναδεικνύεται η δυνατότητα της συσσώρευσης και ενοποίησης των επιμέρους, ανά κοινωνικούς χώρους, αντιστάσεων με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. Σαφή ήταν και τα στοιχεία που έχουν εγγράψει στη λαϊκή συνείδηση οι μεγάλες κινητοποιήσεις του καλοκαιριού. Η τοποθέτηση ημερομηνιών-σταθμών, ο αποκλεισμός του κοινοβουλίου και η παραμονή στο Σύνταγμα, παρά την κλιμακούμενη κατασταλτική επίθεση, ως χώρου συμβολικής αλλά και πραγματικής άσκησης πολιτικής πίεσης είναι τέτοια στοιχεία.
  • Αποτυπώθηκε η αδυναμία του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος να εγκολπώσει και να εκφράσει το μαζικό κίνημα, όπως έδειξαν οι σχετικά άμαζες συγκεντρώσεις τις ημέρες των απεργιών σε αντιπαραβολή με αυτήν της Κυριακής. Αυτά είναι τα αποτελέσματα πολλών παραγόντων. Της πολιτικής της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που δεν θέλει να εκφράσει τη λαϊκή διεκδικητικότητα, της ανυπαρξίας συνδικάτων και οργανωμένου συνδικαλισμού σε κομβικούς χώρους του ιδιωτικού τομέα, του ειδικού τρόπου με τον οποίο κρατικά οργανώνεται η απαξίωση των συλλογικών φορέων στους χώρους της νεολαίας.
  • Για άλλη μια φορά η αριστερά βρέθηκε ανέτοιμη ή και χωρίς βούληση να συμβάλλει με αποφασιστικό τρόπο στις εξελίξεις. Η στάση του παρατηρητή μπροστά στις ριζοσπαστικές μορφές πάλης ,για άλλη μια φορά, έκανε αδύνατο για την αριστερά να χρωματίσει το λαϊκό αγώνα. Πολύ περισσότερο η επιλογή των περισσότερων κομμάτων και αριστερών οργανώσεων να διαχωριστούν από τις πρακτικές λαϊκής άμυνας απέναντι στις δυνάμεις καταστολής και να μην καλέσουν σε συνέχιση των διαδηλώσεων την επόμενη ημέρα της ψήφισης, άφησε το πεδίο ελεύθερο στο κράτος να διαχειριστεί πολιτικά τα γεγονότα με συκοφαντικό τρόπο και οργανώνοντας τη συντηρητικότερη στροφή του πολιτικού σκηνικού. Πρέπει να είμαστε σαφείς σε τέτοιες στιγμές κοινωνικής πόλωσης και εξεγερσιακών φαινομένων θα συγχωνευθεί η κοινωνική οργή, μαζί με απολίτικα στοιχεία, ή ακόμα και με τη δράση προβοκατόρων. Ομως καμία κοινωνική σύγκρουση τέτοιου μεγέθους δεν χαρακτηρίζεται από τη δράση τέτοιων στοιχείων αντίθετα με τη φιλολογία της καθεστωτικής αριστεράς. Αντίθετα είναι η αδυναμία της αριστεράς να αναλάβει πρωτοβουλίες πολιτικοποίησης του λαϊκού ριζοσπαστισμού και αμφισβήτησης του μονοπωλίου της κρατικής βίας που βαραίνει σε αυτές τις συγκυρίες.
  • Ακόμη και στις στιγμές κορύφωσης της λαϊκής αντίστασης η στρατηγική της αγωνιστικής άμυνας απέναντι στα μέτρα βρίσκει τα όριά της. Πάντα προσκρούει στο ερώτημα της δυνατότητας για μια έναν άλλο δρόμο διεξόδου από την κρίση για τα λαικά στρώματα που θα συγκροτήσει ένα κεντρικό πολιτικό δίπολο απέναντι στην αστική ευρω-στρατηγική. Προσκρούει και στην ανάγκη για την αποτύπωση των κοινωνικών αγώνων με αποτελέσματα στο πολιτικό πεδίο

          Ο λαϊκός ξεσηκωμός όξυνε τα χαρακτηριστικά της κρίσης εκπροσώπησης, τα οποία είναι αντανακλούνται στη ραγδαία αποδιάρθρωση του ΠΑΣΟΚ, στην κρίση του δικομματισμού, στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Το νέο μνημόνιο θα εντείνει την πολιτική κρίση, στο βαθμό που εξοντώνει τα εργατικά στρώματα αλλά και διαρρηγνύει κάθε συμβιβασμό του κεφαλαίου με τη μικροαστική τάξη, στώματα της οποίας αποτέλεσαν μεταπολιτευτικά σύμμαχα στρώματα του νεοφιλελεύθερου δρόμου και της ευρωστρατηγικής.  Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα δεν απομένει για τις αστικές δυνάμεις παρά ένας δρόμος θωράκισης και υλοποίησης της κυρίαρχης στρατηγικής. Η ένταση του κρατικού αυταρχισμού. Άν η κυβέρνηση Παπαδήμου αποτέλεσε τη απάντηση του πολιτικού συστήματος μπροστά στη φθορά του κυβερνητικού κέντρου, μέσα από τη συσπείρωση των αστικών δυνάμεων και την εισαγωγή του τεχνοκρατικού στοιχείου, η αυταρχική- συντηρητική μετατόπιση προετοιμάζεται πια όχι μόνο με την αναβαθμισμένη καταστολή των λαϊκών κινητοποιήσεων αλλά και ιδεολογικά με μια νέα οργάνωση της εθνικής-κρατικής ιδεολογίας, στην κατεύθυνση της κεντρικοποίησης του δόγματος του Νόμου και της Τάξης.

           Οι διακηρύξεις Σαμαρά για την επερχόμενη διακυβέρνηση της ΝΔ, ο “μεταγραφές” Βορίδη-Γεωργιάδη με τον πολιτικό τους συμβολισμό στη ΝΔ, ακόμη και η κρατικά μεθοδευμένη νομιμοποίηση της ναζιστικής Χρυσής Αυγή μετατοπίζουν τον κυρίαρχο λόγο στο δόγμα ησυχία, τάξη, ασφάλεια. Χαρακτηριστικό το νέο νομοσχέδιο περιορισμού των διαδηλώσεων που ετοιμάζεται. Είναι προφανής η κατεύθυνση της αποπομπής από τον κρατικό μηχανισμό κάθε στοιχείου ενσωμάτωσης των λαϊκών συμφερόντων και προσδοκιών, ακόμη και με τον τρόπο που διαθλώνται αυτά μέσα από τις διαφοροποιήσεις βουλευτών στα αστικά κόμματα. Έτσι, η μαζικές διαγραφές “διαφωνούντων” δίνουν τα διαπιστευτήρια του πολιτικού προσωπικού έξωθεν, αλλά δίνουν και ένα πολιτικό μήνυμα έσωθεν. Στο επόμενο διάστημα οι κατασταλτικός μηχανισμός, ο δικαστικός αλλά και οι οικονομικοί μηχανισμοί του ελληνικού κράτους θα συγκροτούνται όλο και επιθετικότερα απέναντι στο λαό.

          Σε αυτή τη φάση, η στάση της αριστεράς θα επικαθορίσει τις εξελίξεις προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Στη στρατηγική της ελληνικής αριστεράς, κατεξοχήν της κοινοβουλευτικής, αλλά και μέρους των οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ακόμη η δεσπόζουσα βρίσκεται στην εκλογικίστικη παρέμβαση. Έτσι δείχνει αδύναμη να αποτελέσει την πρωτοπορία των αγωνιστικών πρακτικών, θέτοντας η ίδια στόχους και πολιτικό στίγμα στη λαϊκή διεκδικητικότητα, αλλά και λιμνάζουσα σε μια σεχταριστική κατεύθυνση αυτοσυντήρησης των δυνάμεών της.  Κατά την άποψή μας η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η αντικαπιταλιστική αριστερά είναι ανάγκη να θέσει μια σειρά σαφείς στόχους:

  • άμεσα να κινήσει διαδικασίες για το άνοιγμα της συζήτησης για τη συγκρότηση ενός αριστερού πολιτικού αγωνιστικού μετώπου δυνάμεων στη βάση των 4 σημείων του εργατικού προγράμματος πάλης (στάση πληρωμών, διαγραφή του χρέους, έξοδος από την ΟΝΕ, εθνικοποίηση τραπεζών και βασικών παραγωγικών μονάδων) . Με ένα τέτοιο μέτωπο στο πολιτικό επίπεδο θα μπορέσουν οι κοινωνικές συγκρούσεις να εκφραστούν υλικά σε μια πολιτική προοπτική των λαϊκών τάξεων που θα συγκρούεται με τους βασικούς άξονες της αστικής στρατηγικής. Η συγκρότηση μιας τέτοιας πρότασης σε κεντρικοπολιτική βάση είναι αναγκαίος όρος για την οικοδόμηση μιας κοινωνικής λαϊκής συμμαχίας που θα θέτει πραγματικά όρους ρήξης με τη στρατηγική ΔΝΤ-ΕΕ-ΟΝΕ αλλά και διαμόρφωσης ενός άλλου συσχετισμού δύναμης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.
  • Συντονισμένη-μετωπική δράση στο κοινωνικό κίνημα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να επιχειρήσει να προσδιορίσει τα μέτωπα πάλης γύρω από τα οποία μπορεί να ενοποιηθεί η πάλη των λαϊκών στρωμάτων. Τέτοια είναι τα χαράτσια και τα νέα φορολογικά μέτρα, η ιδιωτικοποιήσεις, ιδιαίτερα της ΔΕΗ καθώς αποκόβει ένα βασικό βιοτικά κοινωνικό αγαθό, η μείωση του κατώτατου μισθού.
  • Συγκρότηση άμεσα ενός πλατιού δημοκρατικού μετώπου. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εν όψει και των νέων μέτρων καταστολής, πρέπει να απευθύνει πρόταση στις δυνάμεις της αριστεράς αλλά και πλατιά σε μαζικούς κοινωνικούς φορείς (συλλόγους-συνδικάτα-συνελεύσεις γειτονιών) για τη δημιουργία πρωτοβουλίας υπεράσπισης των δημοκρατικών ελευθεριών του λαού που θα δρα εξώστρεφα και μέσα στο μαζικό κίνημα. Η διεκδίκηση του “χώρου” του κινήματος και η πάλη απέναντι στην αυταρχική πολιτική στροφή είναι απαραίτητη για τη νίκη των αγώνων του λαού και για την παρέμβαση της αριστεράς.
  • Πρέπει η αντικαπιταλιστική αριστερά να εκτιμήσει τις αδυναμίες του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, να παρέμβει σε αυτό για την ανασύσταση και τόνωση των αγωνιστικών συνδικαλιστικών πρακτικών αλλά και να παρέμβει οργανωμένα στις νέες μορφές λαϊκής πάλης που γεννά το κίνημα όπως οι λαϊκές συνελεύσεις.

          Η περίοδος δείχνει δυνατότητες αλλά και κινδύνους. Έχει έρθει η ώρα για την αντικαπιταλιστική αριστερά, πέρα από τις διακηρύξεις, να παίξει τον ιστορικό της ρόλο στην ταξική πάλη ξεφεύγοντας από τις παραδοσιακές αγκυλώσεις και αδυναμίες και χτίζοντας το δρόμο για να γίνει εφικτή μια άλλη προοπτική για το λαό.

Share.

Leave A Reply