Για τα αποτελέσματα των εκλογών και την πολιτική κατεύθυνση της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.

0

 

Δημοσιεύουμε άρθρο της σ. Μ. Τσίχλη μέλους του Κ.Σ.Ο. της ΑΡΑΣ και του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

«Για τα αποτελέσματα των εκλογών, τη διαμόρφωση της συγκυρίας και τα καθήκοντα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς»

 

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καταγράφηκαν ορισμένες βασικές τάσεις:

α) συνεχίστηκε η άνοδος της αποχής σε μικρότερο βαθμό όμως από ότι στις προηγούμενες εκλογές. Η μέση συμμετοχή στις χώρες της Ε.Ε. ανέρχεται στο 43%, κάτι που δείχνει την σημαντική απόσταση των επιμέρους εθνικών εκλογικών σωμάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά από κατά βάση διακοσμητικούς θεσμούς όπως το ευρωκοινοβούλιο,

β) η άνοδος ευρωσκεπτικιστικών δεξιών, ακροδεξιών, έως ναζιστικών ρευμάτων, τα οποία ενσωματώνουν τη δυσαρέσκεια τμημάτων των μικροαστικών στρωμάτων, λόγω της οικονομικής στασιμότητας ή της κρίσης που πλήττει σε μεγαλύτερο βαθμό χώρες της Ε.Ε. σε σχέση με άλλους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς ή πόλους.

γ) η απουσία δυναμικής των διάφορων αριστερών εκλογικών σχηματισμών και την υποχώρηση ή στασιμότητά τους (die Linke, μέτωπο της αριστεράς στην Γαλλία, CDU στη Πορτογαλία,) παρά τα πέντε χρόνια της κρίσης. Εξαίρεση αποτέλεσε κυρίως η Ελλάδα και δευτερευόντως η Ισπανία, όπου μέσα από το κόμμα Podemos, όπως και άλλους αριστερούς σχηματισμούς εκφράστηκε το κίνημα των αγανακτισμένων, καθώς και η Ιρλανδία. Στην άνοδο ή την παρουσία αυτών των δύο κομμάτων οφείλεται η όποια αύξηση του ποσοστού του κόμματος της Ενωμένης Αριστεράς στο ευρωκοινοβούλιο. Γενικότερα οι επιδόσεις και η παρουσία της αριστεράς είναι διαφορετική και πιο σημαντική σε μέγεθος στις χώρες που επιβλήθηκαν μνημόνια σε σχέση με άλλες χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης

δ) οι εκλογικές εκφράσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς που υπήρχαν την προηγούμενη περίοδο (με όλες τις αντιφάσεις τους) όπως η Κομμουνιστική Επανίδρυση (Ιταλία) διαλύθηκαν, ή καταβαραθρώθηκαν όπως το NPA, που από το 4,7 % πήγε στο 0,3 %, ή υπέστησαν μεγάλη συρρίκνωση της επιρροής τους, όπως το Μπλόκο στην Πορτογαλία που η εκλογική του επιρροή μειώθηκε από 10,6% σε 4,7 % συγκριτικά με τις ευρωεκλογές του 2009. Εξαίρεση αποτέλεσε το Κόμμα Εργασίας του Βελγίου με ένα ποσοστό της τάξης του 2,09 % πενταπλασιάζοντας τα ποσοστά του σε σχέση με τις εκλογές του 2009.

Οι τάσεις αυτές αντανακλούν, σε πολιτικό επίπεδο, τους βασικούς συσχετισμούς της περιόδου:

1) Η κρίση δεν ανέδειξε μία εναλλακτική πολιτική στρατηγική ως προς το νεοφιλελευθερισμό, είτε σοσιαλδημοκρατικού είτε αριστερού ριζοσπαστικού χαρακτήρα. Αντίθετα, τουλάχιστον σε μια σειρά χωρών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, την πολιτική φθορά των συντηρητικών, που είναι και η μόνη εκλογική ομάδα που έχει μία αξιοσημείωτη πτώση της τάξης του 8-9 % σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές καρπώθηκαν συντηρητικά, εθνικιστικά -ακροδεξιά κόμματα. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει εκτός των άλλων α) τις δυσκολίες διαχείρισης από τις αστικές τάξεις της Ε.Ε. του οξύτατου χαρακτήρα που πήρε η κρίση στο εσωτερικό της, β) τις τριβές μεταξύ των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, αλλά και γ) μεταξύ αυτών και των ταξικών τους στηριγμάτων σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό.

2) Αναδεικνύεται για άλλη μια φορά μέσα και από αυτή την εκλογική διαδικασία ότι η πραγματική πολιτική εξουσία βρίσκεται στο εσωτερικό των εθνικών αστικών κρατών, και η πολιτική κυριαρχία των αστικών τάξεων οργανώνεται και εμπεδώνεται πρωτίστως μέσα από τους εθνικούς αστικούς θεσμούς και δευτερευόντως αξιοποιώντας τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς της Ε.Ε.

3) Αναδεικνύεται ότι μία πολιτική στρατηγική όπως του ΣΥΡΙΖΑ, που διακηρυκτικά προσβλέπει σε μία συντονισμένη ανάδειξη αριστερών ρευμάτων στο εσωτερικό της ΕΕ, η οποία θα πιέζει τις κυρίαρχες τάξεις για την επιβολή κάποιας μορφή συμβιβασμών, π.χ. κατάργηση του μνημονίου ή αναδιαπραγμάτευση -περικοπή του χρέους, είναι ανέφικτη. Ακόμα, γίνεται πιο δύσκολη στη παρούσα συγκυρία, μιας και οι διαρροές προς εθνικιστικά – ευρωσκεπτιστικά κόμματα, ως απότοκο της κρίσης της ΟΝΕ, οριοθετούν ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα των αστικών κυβερνήσεων των αναπτυγμένων κρατών να προχωρήσουν σε κάποιες σοβαρές παραχωρήσεις σε σχέση με το χρέος.

 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην Ελλάδα, το βασικό στοιχείο που επικαθορίζει την πολιτική συγκυρία είναι το γεγονός ότι όσο δεν υπάρχει δραστική περικοπή του χρέους δεν είναι ορατό ένα μακροπρόθεσμα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, που να συνεπάγεται υλικές παραχωρήσεις για μεγάλα τμήματα των εργαζόμενων τάξεων. Το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση της πολιτικής αστάθειας, η ύπαρξη μίας καταστροφικής ισορροπίας πολιτικών δυνάμεων, και η ανάδειξη ως πρώτης δύναμης στις ευρωεκλογές ενός αριστερού ρεφορμιστικού κόμματος με σημαντικές δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς στο εσωτερικό του.

Οι ευρωεκλογές και ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών παράγουν μία τροποποίηση και διόρθωση σε σχέση με τα αποτελέσματα του α΄ γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών, όπου υπήρξε επικράτηση των μνημονιακών δυνάμεων, χωρίς όμως να ανατρέπουν τη γενική τάση: Ότι η ύπαρξη της πολιτικής αστάθειας και της κρίσης εκπροσώπησης των εργαζόμενων τάξεων στη σχέση τους με τα αστικά κόμματα, δεν οδηγεί σε μία βέβαιη και, πολύ περισσότερο, εύκολη επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ, εκτός των άλλων διότι δεν πρόκειται για ένα εναλλακτικό αστικό σχέδιο που προκρίνεται για την περίοδο.

Το αρνητικό πρόσημο του αποτελέσματος των εκλογών αναδεικνύεται εκτός των άλλων από τη στασιμότητα της αριστεράς, την κυριαρχία στο εσωτερικό της μίας φιλοΕΕ δύναμης, την επικράτηση των μνημονιακών μπλοκ στις περισσότερες περιφέρειες και δήμους και από το γεγονός ότι οι ψήφοι συνολικά προς την ακροδεξιά αυξάνονται κατά 5,2%.

Έτσι, σε αυτές τις εκλογές:

α) η σοβαρή διαφορά των 4 μονάδων που λαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τη Ν.Δ. δημιουργεί δυσκαμψία στις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Παρά όμως την αναμφίβολη εκλογική του επιτυχία (με σαφέστατο ταξικό πρόσημο και πάλι, όπως και τον Ιούνιο του 2012), ο ΣΥΡΙΖΑ δε δείχνει να διαμορφώνει ένα σαφές ανερχόμενο ρεύμα που να μπορεί να διεκδικήσει καθαρά και αυτόνομα το κυβερνητικό κέντρο. Ταυτόχρονα διαθέτει μικρότερες «εφεδρείες» σε σχέση με τη ΝΔ και τους μνημονιακούς συμμάχους της (ελιά, λοιπά δεξιά ψηφοδέλτια).

β) Η πτώση της εκλογικής επιρροής της Ν.Δ. δεν είναι συντριπτική. Κυρίως καταγράφεται ένα σύνολο από δεξιά ψηφοδέλτια (περί το 6,5%) τα οποία εν δυνάμει αποτελούν τις κύριες «εφεδρείες» της βασικής δύναμης του κυβερνητικού κέντρου. Η διαφορά των περίπου 4 μονάδων από το ΣΥΡΙΖΑ -αν δε συμβούν πολιτικά και κυρίως κινηματικά γεγονότα- είναι υπό προϋποθέσεις διαχειρίσιμη και μπορεί να υπερσκελιστεί σε συνθήκες γενικευμένων εθνικών και υπερεθνικών εκβιασμών στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με ευρήματα που βασίζονται σε δημοσκοπήσεις την περίοδο των εκλογών (έρευνα VPRC, Άρθρο Χ. Βερναρδάκη στο TVXS, Ευρωεκλογές 2014. Η κοινωνική γεωγραφία του εκλογικού σώματος), ενώ στους μισθωτούς του δημοσίου, στους ανέργους και στη νεολαία είναι μεγάλη η εκπροσώπηση του ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα στους μισθωτούς που έχουν απομείνει στον ιδιωτικό τομέα έχει σημαντική εκπροσώπηση η Ν.Δ. και η Χ.Α. Αντίστοιχα, τέτοιες τάσεις ισχυρής παρουσίας του μνημονιακού μπλοκ πρωτίστως μέσα από τη Ν.Δ. εμφανίζονται στα διανοούμενα μικροαστικά στρώματα, κυρίως στους ελεύθερους επαγγελματίες (μηχανικούς, γιατρούς, δικηγόρους) αλλά και στα στελέχη επιχειρήσεων. Αντανακλούν τα παραπάνω δύο ζητήματα που έχουμε επισημάνει α) Η αλλαγή του κοινωνικού συσχετισμού δύναμης σταδιακά θα παράγει κεντρομόλες επιπτώσεις σε σχέση με το αστικό πολιτικό σύστημα β) ένα σημαντικό τμήμα των μικροαστικών στρωμάτων που διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και ευνοούνται (ή εκτιμούν ότι θα χάσουν λιγότερο) από την παραμονή στο ευρώ πολώνονται συνειδητά προς το βασικό εκφραστή του μνημονιακού μπλοκ που είναι η Ν.Δ. ανεξάρτητα από προηγούμενες πολιτικές και ιδεολογικές τοποθετήσεις.

γ) Το ΠΑΣΟΚ, υπό την κάλυψη της ελιάς, απέφυγε τη γενική κατάρρευση και συγκράτησε την επιρροή του σε 453.000 ψήφους και στο 8%. Το αποτέλεσμα αυτό σε συνδυασμό με τις ισχυρές προσβάσεις που διατηρεί σε δήμους, περιφέρειες αλλά και στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών και θεσμών σηματοδοτεί τη «διατήρησή» του. Το ΠΑΣΟΚ είναι οργανικά συνδεδεμένο με τμήματα της αστικής τάξης και με επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία εκπροσωπεί άμεσα, όπως και με στρώματα της κρατικής γραφειοκρατίας. Έτσι, έχει μία κάποια δυνατότητα να πρωταγωνιστήσει σε κινήσεις “επανίδρυσης” του χώρου της κεντροαριστεράς με τα υπολείμματα της ΔΗΜΑΡ και τμήματα του Ποταμιού. Όμως, ισχύει επίσης ότι σε συνθήκες πιο χαλαρής ψήφου, όπως στις Ευρωεκλογές, έχασε το 33 % της εκλογικής επιρροής του Ιουνίου του 2012, άρα πρόκειται για ένα αποτέλεσμα «επιβίωσης» στη συγκυρία και όχι ανασυγκρότησης.

δ) Η ΔΗΜΑΡ και σε μικρότερο βαθμό οι ΑΝΕΛ αποτυπώνουν αποτελέσματα διάλυσης. Η εκλογική τους καταβαράθρωση σχετίζεται και με την πολιτική πόλωση που αντιστοιχεί σε ταξικές διαιρέσεις σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι μία προηγούμενη περίοδο. Έτσι, τα κοινωνικά μεσοστρώματα που στήριζαν εκλογικά τη ΔΗΜΑΡ και παλαιότερα τον Συνασπισμό, λόγω πολιτικό ιδεολογικής προέλευσης, πολιτιστικών χαρακτηριστικών και κοινωνικών συμφερόντων μετατοπίζονται κυρίως προς το κυβερνητικό μπλοκ και δευτερευόντως προς το ΣΥΡΙΖΑ. Ανάλογα για τους ΑΝΕΛ, αποτυπώνεται ότι η μείωση της πίεσης που ασκείται από το μαζικό κίνημα, διευκολύνει τη διαδικασία επανασυσπείρωσης ταξικών στηριγμάτων γύρω από τα κόμματα που εκφράζουν την αστική στρατηγική (Ν.Δ. ΛΑΟΣ), ή αντιδραστικά μορφώματα (Χ.Α)..

στ) Ιδιαίτερη αναφορά είναι αναγκαία και για τα αποτελέσματα που κατέγραψαν τα εκλογικά εκείνα κατεβάσματα (Πειραιάς, Βόλος) που διαπλέκονται και εκφράζουν ευθέως επιχειρηματικά συμφέροντα και αποτελούν δείκτες μίας εν δυνάμει αντιδραστικής μετατόπισης του πολιτικού σκηνικού. Ταυτόχρονα, αποτυπώνουν και μία ακόμα πτυχή αντιδραστικοποίησης, αυτή της επικράτησης προσώπων που αναδεικνύονται ευθέως μέσα από τους μηχανισμούς των ΜΜΕ. Η ψήφος με κριτήρια lifestyle, ανεξάρτητα από τα πολιτικά προγράμματα και τις πολιτικοϊδεολογικές τοποθετήσεις – που εκφράστηκε και σε άλλα πεδία, ένα εκ των οποίων ήταν και η σταυροδοσία των υποψηφίων όλων σχεδόν των κομμάτων στις ευρωεκλογές – αντανακλά την ευρεία επιρροή ιδιαίτερα αντιδραστικών ιδεολογημάτων.

ζ) Ειδική σημασία έχει η άνοδος κατά 100.000 ψήφους της ΧΑ σε σχέση με τον Ιούνιο του 2012, η οποία συνοδεύεται και από το γεγονός της καταγραφής της ως μαζικό ρεύμα σε γειτονιές της Αθήνας. Παρά τη δολοφονία Φύσσα, την επιχείρηση κρατικής οριοθέτησής της ως εγκληματικής οργάνωσης, τις συλλήψεις των ηγετικών της στελεχών, εγγράφει μονιμότερα χαρακτηριστικά που αποκτά ως κοινωνικό ρεύμα. Πρόκειται για το μετασχηματισμό της πολιτικής έκφρασης κατά βάση κατώτερων μικροαστικών στρωμάτων, που συμπιέζονται μέσα στην κρίση και στα οποία σταδιακά κυριαρχούν αντιδραστικές ιδεολογικές σταθερές: ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η λατρεία της βίας, η πρόσδεση στους κατασταλτικούς μηχανισμούς και κυρίως στο στρατό. Αυτά τα ιδεολογήματα και οι πρακτικές ήταν και προγενέστερα υπαρκτά στη σχέση αυτών των στρωμάτων με το αστικό πολιτικό σύστημα, όμως μέσα στην κρίση έχουν γίνει περίπου μοναδικά ή και κυρίαρχα, στο βαθμό που έχουν υποχωρήσει δραματικά οι υλικές τους συνδέσεις με τα αστικά κόμματα, άλλους αστικούς θεσμούς ή και με τους κρατικούς μηχανισμούς. Για αυτό το λόγο, με τις διάφορες μορφές που μπορεί να πάρει η ΧΑ, δεν πρόκειται να αποδιαρθρωθεί πλήρως από τις κρατικές πρωτοβουλίες αν δεν ανασυγκροτηθούν υλικοί δεσμοί των μικροαστικών στρωμάτων με το συνασπισμό εξουσίας. Έτσι, παρουσιάζεται μία προσπάθεια σχετικής προσαρμογής της (δεν είναι τυχαίο ποιοι εκλέγονται στην Ευρωβουλή), αλλά και μία δυσκαμψία και αντιφατικότητα στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών για την ποινική αντιμετώπισή της. Σε κάθε περίπτωση η άνοδος της επιρροής της Χ.Α., αποτυπώνει με καθαρό τρόπο ότι το ναζιστικό κόμμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αυτά τα μέσα ή με τις πολιτικές λογικές του συνταγματικού τόξου. Η οριοθέτηση της Χ.Α. περνάει πρωτίστως μέσα από την ανάπτυξη ενός ισχυρού αντιφασιστικού κινήματος που από τη μία θα λειτουργεί αποκαλυπτικά για το χαρακτήρα και την κατεύθυνσή της και από την άλλη θα την αντιμετωπίζει πολιτικά ιδεολογικά και οργανωτικά.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΡΕΦΟΡΜΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Η συνολική επιρροή της Αριστεράς παραμένει υψηλή και ανέρχεται συνολικά στο 35% ξεπερνώντας κατά λίγο το ποσοστό του 32,5 % των εκλογών του Ιούνη 2012, υπολειπόμενη όμως σε ψήφους. Όμως, μετά από δύο χρόνια σκληρής εφαρμογής της αστικής πολιτικής και σωρευτικής επίδρασης των επιπτώσεών της, χωρίς να διαφαίνεται κάποια ορατή βελτίωση για σημαντικά τμήματα των εργαζόμενων τάξεων, η δυναμική ανόδου φαίνεται να έχει ανακοπεί. Η έκφραση ενός αριστερού ρεύματος χωρίς την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και του κινήματος, μόνο ως μορφή διαμαρτυρίας μέσα από τις εκλογές έχει και εκλογικά όρια. Το ανοιχτά μνημονιακό μπλοκ εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερη επιρροή απ’ ότι οι δυνάμεις της αριστεράς, ενώ οι ακραίες δεξιές δυνάμεις μαζί με το κυβερνητικό κέντρο έχουν μια εκλογική επιρροή που φτάνει ή και ξεπερνάει το 50 % του εκλογικού σώματος.

Σε αυτές τις εκλογές δεν επαναλήφθηκε η αναδιάταξη της επιρροής στο εσωτερικό της αριστεράς με την ενίσχυση των αντι ΕΕ δυνάμεων που αποτυπώθηκε στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών, με το αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο με αυτό του Ιούνη του 2012. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο ηγεμονικό πόλο στο εσωτερικό της αριστεράς και δεν του ασκείται πίεση από τα αριστερά, ούτε και καταγράφει ιδιαίτερες απώλειες – με ταυτόχρονη ενίσχυση των υπολοίπων εκδοχών της αριστεράς – στη βάση των δεξιών του μετατοπίσεων σχετίζεται με τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες που σε διαφορετικό βαθμό χαρακτηρίζουν τις υπόλοιπες δυνάμεις. Κυρίαρχα όμως, επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι σε ένα ευρύτατο τμήμα των λαϊκών στρωμάτων που αποδεσμεύεται από τις αστικές πολιτικές εκπροσωπήσεις εξακολουθούν να ηγεμονεύουν πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας με κεντρική την πρόσδεση στη στρατηγική της ΟΝΕ και της ΕΕ. Είναι κυρίως αυτή η πτυχή της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ που τον κατέστησε ηγεμονική δύναμη στο εσωτερικό της αριστεράς και σε δευτερευόντως ότι έθεσε πριν τις εκλογές του Μαΐου του 2012 το στόχο της αλλαγής με την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας.

Όπως προαναφέρθηκε, ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την εκλογική του νίκη, δεν αποτυπώνει χαρακτηριστικά ενός δυναμικά ανερχόμενου πολιτικού ρεύματος. Ταυτόχρονα, εμφανίζονται και επιμέρους αρνητικά χαρακτηριστικά της εκλογικής καταγραφής του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα από αυτά είναι η διάρθρωση των σταυρών που καταλαμβάνουν οι υποψήφιοί του. Το φαινόμενο της εκλογής υποψηφίων που αναδείχθηκαν από τους μηχανισμούς των ΜΜΕ σε μεγάλο βαθμό ισχύει για όλα τα κόμματα – πλην του ΚΚΕ – όμως έχει μεγαλύτερη πολιτική σημασία για ένα κόμμα της αριστεράς στο βαθμό που αποτελεί δείκτη του γεγονότος ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό και στους ψηφοφόρους της αριστεράς κυριαρχούν βασικά στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας, καθώς και ότι τα στρώματα αυτά δε διαμορφώνουν σταθερές σχέσεις εκπροσώπησης με το ΣΥΡΙΖΑ, που να εμπεριέχουν και πτυχές οργανωτικών σχέσεων.

Ταυτόχρονα, χωρίς να υπάρχει αμφιβολία για το ταξικό πρόσημο της ψήφου στο ΣΥΡΙΖΑ, η υποχώρησή του στα κοινωνικά στρώματα των νέων επιστημόνων και των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα σε σχέση με τις εκλογές του 2012 και η σχετική ανασυγκρότηση της επιρροής των μνημονιακών κομμάτων, επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι α) οι τάσεις αποδέσμευσης από τα αστικά κόμματα δεν έχουν σταθερά χαρακτηριστικά, στο βαθμό που δεν επισυμβαίνουν μετατοπίσεις στις ιδεολογικές αναγνωρίσεις πλατιών κοινωνικών στρωμάτων, β) μία σειρά από ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, είτε για λόγους ενσωμάτωσης των εκβιαστικών διλημμάτων, είτε διότι εξακολουθούν να αναγνωρίζονται στο πλαίσιο της ευρωστρατηγικής και θεωρούν ότι εξαρτούν – ή και πράγματι εξαρτούν – υλικά συμφέροντα από την παραμονή στην ΟΝΕ και την ΕΕ, δεν έλκονται από την πιθανότητα αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης στρατηγικής, παρά τη συμπίεση που υφίστανται στο πλαίσιο της κρίσης και γ) ότι η επιβολή της αστικής στρατηγικής, η αναδιάρθρωση των σχέσεων στους χώρους εργασίας, η ενίσχυση του εργοδοτικού δεσποτισμού κ.ο.κ. έχουν ιδεολογικά και πολιτικά αποτελέσματα και διαμορφώνουν δυσμενείς μετατοπίσεις του συσχετισμού δυνάμεων.

Το ΚΚΕ με το 6,1% αύξησε κατά λίγο τις ψήφους του, χωρίς να επιστρέφει όμως στα εκλογικά αποτελέσματα του Μαΐου του 2012, χάνοντας το 30% σχεδόν των δυνάμεων που κατέγραψε στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές (μείον 150.000 ψήφους). Ο επαναπατρισμός των ψηφοφόρων του ΚΚΕ στις αυτοδιοικητικές εκλογές αλλά και σε ένα βαθμό στις ευρωεκλογές, είναι αφ’ ενός αποτέλεσμα των οργανικών δεσμών που εξακολουθεί να διατηρεί το ΚΚΕ με ένα τμήμα των λαϊκών μαζών, αλλά και έκφραση εξ αριστερών κριτικής στην πολιτική κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, τα αδιέξοδα της πολιτικής κατεύθυνσης του ΚΚΕ οριοθετούν τις δυνατότητες ανασυγκρότησης της πολιτικής και εκλογικής του επιρροής και εντείνουν την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στην πολιτική πίεση που δέχεται από το ΣΥΡΙΖΑ σε εκλογικές αναμετρήσεις με περισσότερο κεντρικοπολιτικό και διλημματικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα η πολιτική κατεύθυνση της υπονόμευσης οποιασδήποτε κατεύθυνσης συγκρότησης ενιαίου μετώπου παράγει πλήγματα στην εκλογική επιρροή του ΚΚΕ, γεγονός που αποτυπώθηκε και στην αδυναμία του να επιβάλει στην εκλογική του βάση τη γραμμή για λευκό – άκυρο στο δεύτερο γύρο. Με δεδομένη αυτή την πολιτική στρατηγική, φαίνεται ότι η πίεση που θα δεχτεί το ΚΚΕ στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, υπό συνθήκες μεγαλύτερης πόλωσης, θα είναι σημαντική.

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Η κυβέρνηση εμφανίζεται να έχει τη στήριξη μόνο του 31 % του εκλογικού σώματος που εκφράστηκε στις ευρωεκλογές. Αυτό αναδεικνύει μία διαδικασία απονομιμοποίησής της και ενίσχυσης των δυσκολιών περαιτέρω εμπέδωσης της πολιτικής της. Ταυτόχρονα, η πορεία της εξαρτάται εν μέρει από τη χαλάρωση των πιέσεων για την επιβολή νέων μέτρων και την ύπαρξη κάποιων παραχωρήσεων από τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στην Ε.Ε.. Την ίδια στιγμή όμως διαθέτει σημαντικές εφεδρείες σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ, ενώ την ευνοεί η αλλαγή του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων και η ύφεση των μαζικών κοινωνικών αγώνων. Για αυτό δεν αντέχει σε κριτική το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ «στις 25 ψηφίζουμε στις 26 φεύγουν».

Από την άλλη πλευρά, ένα θετικό στοιχείο που ανέδειξε αυτός ο γύρος εκλογών ήταν η αδυναμία του κυβερνητικού μπλοκ να συσπειρώσει τις δυνητικές του εφεδρείες στις μετωπικές αντιπαραθέσεις στο δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Ιδιαίτερα στην Αττική, στην Περιφέρεια και στο Δήμο Αθήνας, αλλά και σε πολλούς δήμους, αναμετρήθηκαν δύο μπλοκ με στοιχεία ταξικής πόλωσης, κάτι που έδωσε στις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ αλλά ακόμα και σε δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς (όπως στο Χαλάνδρι και στο Κερατσίνι) και του ΚΚΕ, μία απρόσμενη, με βάση τα εκλογικά δεδομένα του πρώτου γύρου, επιτυχία. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι, ναι μεν η δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην είναι ανοδική με τα χαρακτηριστικά κοινωνικού ρεύματος, αλλά ούτε είναι εύκολο για το κυβερνητικό μπλοκ, ακόμα και σε εκλογές διλημματικού χαρακτήρα, να συσπειρώσει τις θεωρητικά πιο συγγενείς με αυτό δυνάμεις.

Είναι η εξέλιξη αυτή, κυρίως, που δημιουργεί δυσκολίες στη διαχείριση της πολιτικής σκηνής από την πλευρά της αστικής τάξης και του κυβερνητικού κέντρου. Δεν είναι εντελώς βέβαιο ότι μπορούν να ρισκάρουν μία εκλογική αναμέτρηση με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο και στην παρούσα συγκυρία. Ήδη από την επομένη των εκλογών έχουν ξεκινήσει προσπάθειες επανασταθεροποίησης του πολιτικού σκηνικού και διαμόρφωσης όρων διεύρυνσης της κυβερνητικής πλειοψηφίας για να καταστεί εφικτή η εκλογή προέδρου της δημοκρατίας από την παρούσα βουλή. Η εξέλιξη αυτής της προσπάθειας περνάει μέσα από τη συμπίεση και την εκκαθάριση αντιμνημονιακών όπως οι ΑΝΕΛ ή αμφιταλαντευόμενων όπως, η ΔΗΜΑΡ. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και η πολιτική συζήτηση που εξελίσσεται στο εσωτερικό της ΔΗΜΑΡ, για την οποία προκρίνεται μία κατεύθυνση διαλυτοποίησης και οι εντεινόμενες πιέσεις για τη συμμετοχή της στο νέο πόλο της «κεντροαριστεράς». Από την άλλη πλευρά ενδεχόμενα θα υπάρξει μία τάση συνεργασίας με το ΣΥΡΙΖΑ γεγονός που θα έχει επιδράσεις για την περαιτέρω μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο. Ταυτόχρονα, θα ενταθούν και οι πιέσεις που ασκούνται στους ΑΝΕΛ, όπως φαίνεται και από τις διαδοχικές ανεξαρτητοποιήσεις των βουλευτών τους.

Κεντρικό παράγοντα για τη διαδικασία σταθεροποίησης αποτελεί και η επιτυχία των διεργασιών ανασύνθεσης της κεντροαριστεράς με κέντρο το ΠΑΣΟΚ. Όμως, στην παρούσα φάση, λόγω της απονομιμοποίησής του, οι διεργασίες ανασύνθεσής του μέσω σχηματισμών όπως το Ποτάμι, θα έχουν σημαντικές δυσκολίες. Σε ενδεχόμενη εμφάνισή του ως κυβερνώσα κεντροαριστερά σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, θα χάσει την όποια δυναμική που έτσι και αλλιώς θα περιοριστεί στις επόμενες εκλογές. Γιατί οι προσπάθειες ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς, ειδικά στο πλαίσιο του ισχύοντος εκλογικού νόμου, είναι αδύνατον να γίνουν και να έχουν μαζικό αποτέλεσμα, χωρίς κάποια δυνατότητα διαχωρισμού αυτού του χώρου από την παρούσα κυβερνητική πολιτική ή χωρίς μεταβολές της κυβερνητικής πολιτικής στην κατεύθυνση ορισμένων παραχωρήσεων προς τις εργαζόμενες τάξεις.

Το επόμενο διάστημα ο πρώτος πολιτικός στόχος για τις αστικές πολιτικές δυνάμεις θα είναι να προσπαθήσουν να καθυστερήσουν όσο μπορούν την εκλογική διαδικασία, να αποφύγουν, αν είναι δυνατόν, τις εκλογές με αφορμή τη μη εκλογή προέδρου της δημοκρατίας, να επιτύχουν ευρύτερες πολιτικές ανασυνθέσεις και να εντείνουν την πόλωση όλων των κοινωνικών στρωμάτων που εξακολουθούν να ευνοούνται – ή να χάνουν λιγότερο σε σχέση με μία πιθανή έξοδο – από την παραμονή στην ΟΝΕ, γύρω από το μπλοκ της Ν.Δ. Ταυτόχρονα, αν αυτό που αποτελεί το βασικό σενάριο δεν καταστεί εφικτό, το δεύτερο σενάριο θα είναι η άσκηση πίεσης στο ΣΥΡΙΖΑ σε μία κατεύθυνση μεγαλύτερης προσαρμογής και ανάπτυξης συμμαχιών από τα δεξιά του. Βέβαια, ιδιαίτερα στο ενδεχόμενο της αποδιάρθρωσης της ΔΗΜΑΡ και των ΑΝΕΛ που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ενδεχόμενους συμμάχους από τα δεξιά σε μία κατεύθυνση κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας, όπως αυτή περιγράφεται από την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, θα απαιτηθεί μία ακόμα πιο βίαιη δεξιά προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να πυροδοτήσει πολιτικές εξελίξεις και στο εσωτερικό του. Αντίστοιχα σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να επιδράσει – μόνο στην περίπτωση που είναι βέβαιη η ροπή του ΣΥΡΙΖΑ για πρώτο κόμμα – η αλλαγή του εκλογικού νόμου με τη μείωση του bonus στο πρώτο κόμμα, η διαμόρφωση όρων συνεργασίας με τμήματα του ΠΑΣΟΚ κ.λπ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω των δομικών χαρακτηριστικών του και της πολιτικής στρατηγικής της ηγετικής του ομάδας έχει επιλέξει τη δεξιά προσαρμογή, το άνοιγμα στο μεσαίο χώρο, την απόσβεση των κοινωνικών αγώνων αλλά και την κατά το δυνατόν υποβολή διαπιστευτηρίων στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς αλλά και σε τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης (ανήκουμε στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, προσπάθειες συνεννόησης με επιχειρηματικά συμφέροντα). Όμως αυτή είναι μία τακτική που δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να αποδώσει εκλογικά – και η στασιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ σε μία τόσο πυκνή από κοινωνικές μεταβολές διετία το δείχνει – κυρίως όμως είναι μια τακτική που δεν έχει σχέση με μία αριστερή ριζοσπαστική στρατηγική, απαραίτητη για τη διατήρηση μίας αριστερής κυβέρνησης, αν υποθετικά ο ΣΥΡΙΖΑ καταλάμβανε την κυβερνητική εξουσία.

Σε κάθε περίπτωση, στις επόμενες εκλογές η εκλογική και η κοινωνική πόλωση όπως φαίνεται τουλάχιστον σήμερα, θα ενταθεί και θα πάρει χαρακτηριστικά μιας, έστω και έμμεσης ή κατ αντιπαράσταση, ταξικής αναμέτρησης. Υπό την έννοια ότι θα εκφραστούν αμιγώς ταξικά συμφέροντα μέσα από πολιτικά μπλοκ (κυρίως ΣΥΡΙΖΑ) που δεν έχουν οργανική σχέση με αυτά και μέσα από διαδικασίες (τις εκλογές) που δεν μπορούν να εκφραστούν με τον πιο καθαρό τρόπο. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις στις δυνάμεις της αριστεράς για μία συνολικότερη δεξιόστροφη πορεία. Είτε με τη μορφή της μεγαλύτερης προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό πολιτικό παιχνίδι, είτε με τη μορφή της κεντρομόλου πίεσης που θα ασκεί αυτός δια του κυβερνητισμού προς τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς. Τα δεδομένα αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τεχνητούς διαχωρισμούς και ιδεολογικούς βερμπαλισμούς, ακόμα και από μία δύναμη με την οργανωτική δομή και τα πολιτικό ιδεολογικά χαρακτηριστικά του ΚΚΕ. Πολύ περισσότερο από μία δύναμη όπως είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Δύο παράγοντες θα μπορούσαν να ανακόψουν αυτές τις ευρύτερες τάσεις αντιδραστικοποίησης που συντελούνται παράλληλα ή και κυρίαρχα σε σχέση με τη σταθεροποίηση της αριστεράς. Αφενός η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στην πραγματική ζωή, στους χώρους εργασίας, την εκπαίδευση, στις συνοικίες και αφετέρου η συγκρότηση ενιαίου μετώπου των εργαζομένων με πρωταγωνιστές σε αυτό τις αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητη σε εργασιακούς χώρους αλλά και σε συνοικίες η ευρύτερη δυνατή ενότητα και συσπείρωση.

ΓΙΑ ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Τα αποτελέσματα για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν συνολικά αρνητικά και στους δύο γύρους των αυτοδιοικητικών εκλογών και στις ευρωεκλογές. Στις περιφερειακές εκλογές τα αποτελέσματα (που δεν αποκρυστάλλωναν αποκλειστικά τη δικιά της επιρροή, μιας και κατέγραψαν τη στήριξη των ψηφοδελτίων της από ευρύτερες δυνάμεις όπως το ΕΠΑΜ, το Σχέδιο Β’, ή άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς) ήταν πενιχρά, ενώ ακόμα χειρότερα είναι τα αποτελέσματα στις ευρωεκλογές, όπου η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχασε 78.000 ψήφους συγκριτικά προς τις περιφερειακές και έλαβε ένα ποσοστό της τάξης του 0,7% κατατασσόμενη στη 18η θέση, ενώ την ίδια στιγμή διάφοροι σχηματισμοί που δεν ανέδειξαν ευρωβουλευτή, έλαβαν 17 % των ψήφων.

Είναι προφανές ότι τα ίδια τα χαρακτηριστικά των αστικών εκλογών, ως μηχανισμού οργάνωσης της συναίνεσης, θέτουν περιορισμούς στις δυνατότητες αποτύπωσης μίας αριστερής πολιτικής κατεύθυνσης, πολλώ δε μάλλον ενός επαναστατικού πολιτικού ρεύματος. Ταυτόχρονα, ακόμα και με τις καλύτερες προϋποθέσεις και μία πολύ ορθότερη πολιτική κατεύθυνση, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα προσέκρουε στα όρια που θέτει ο μικρός βαθμός σύνδεσής της με τα κοινωνικά εκείνα στρώματα που έχουν πληγεί με πιο βίαιο τρόπο από την οικονομική κρίση, τα οποία δεν μπορούν να προσβλέπουν στη βελτίωση της θέσης τους μέσα από μία διαδικασία σταθεροποίησης και ανάκαμψης με τους όρους που τίθενται από την αστική στρατηγική και των οποίων τα υλικά συμφέροντα αντανακλώνται σαφώς στην υλοποίηση μίας στρατηγικής διεξόδου από την κρίση, όπως αυτή που περιγράφεται από το μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει χαμηλό βαθμό σύνδεσης με αυτά τα στρώματα και αυτό αποτυπώνεται και στη διάρθρωση των συνδυασμών της.

Παρά όμως τον αντικειμενικό ρόλο των εκλογών ως μηχανισμού και την υποκειμενική κατάσταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν την αιτιολογία για τα αποτελέσματα που κατέγραψε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ιδίως στις ευρωεκλογές.

Για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων των εκλογών, το βασικό ζήτημα είναι από ποια σκοπιά εξετάζει κανείς τα πράγματα και με τι πολιτικά καθήκοντα αναμετριέται.Στις περιόδους της κρίσης όπως αυτή που ζούμε τα τελευταία χρόνια, διαμορφώνονται ρήγματα στο αστικό πολιτικό σύστημα, αλλά και υπό προϋποθέσεις στην ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης. Για αυτό το λόγο διαμορφώνουν και μεγάλες ανατροπές. Είναι σε αυτές τις συγκυρίες που ο κοινωνικός και πολιτικός χρόνος επιταχύνεται και συμπυκνώνονται οι πολιτικές τομές. Σε αυτές τις περιόδους διαμορφώνεται η δυνατότητα εισβολής ριζοσπαστικών ή και αντισυστημικών δυνάμεων στο πολιτικό προσκήνιο. Για την επαναστατική αριστερά δεν υπάρχει καμία άλλη συγκυρία η οποία να διευκολύνει κατά τον ίδιο βαθμό τις δυνατότητες της ανάπτυξης οργανικών σχέσεων με τις εργαζόμενες τάξεις. Οι ευκαιρίες που έχασε ήταν πολλές και σε διαφορετικά επίπεδα.

Το πρόβλημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μεγάλο βαθμό εντοπίζεται στην πολιτική στρατηγική και τη φυσιογνωμία της, που είναι αναντίστοιχη με τις πραγματικές διεργασίες και προτεραιότητες που θέτουν τμήματα των εργαζόμενων τάξεων που εντάσσονται ή πολώνονται προς τα αριστερά. Η εκτίμηση της πλειοψηφίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την περίοδο είναι ότι αυτή περιέχει επαναστατικές δυνατότητες και άρα είναι αναγκαία αποκλειστικά η προβολή του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και του στρατηγικού στόχου (του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού), αλλά και η προνομιμοποίηση των πολιτικών συμμαχιών μόνο με όσες δυνάμεις συμφωνούν αποκλειστικά στην προβολή του προγράμματος και του στρατηγικού στόχου. Σε αυτές τις εκτιμήσεις οφείλεται η πολιτική αδυναμία της να χτίσει ευρύτερες συσπειρώσεις σε πολλαπλά επίπεδα, κοινωνικά, συνοικιακά και κεντρικοπολιτικά. Την ίδια στιγμή, η αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ ως περίπου βέβαιη μελλοντική κυβέρνηση, η οποία θα εφαρμόσει λίγο πολύ το ίδιο πρόγραμμα με το σημερινό κυβερνητικό μπλοκ, δεν είναι πειστική για ευρύτατα τμήματα των εργαζομένων, που έχουν αποθέσει πολλές από τις ελπίδες τους στην κυβερνητική μεταβολή, η οποία εξάλλου δεν είναι καθόλου βέβαιη. Πρόκειται για μία κριτική προς το ΣΥΡΙΖΑ ταυτόσημη με αυτή που ασκεί το ΚΚΕ, που όμως δεν συνδυάζεται με τα οργανωτικά μεγέθη του ΚΚΕ ούτε την παραδοσιακή κουλτούρα του σκληρού πυρήνα των ψηφοφόρων του.

Την απώλεια των χαμένων ευκαιριών δεν πρέπει να τη βλέπει κανείς στατικά αλλά μέσα σε μία μακρά διαδικασία που τροποποιεί το συσχετισμό δυνάμεων κατά τέτοιο βαθμό ώστε κάποια στιγμή να καθίσταται περίπου χωρίς αντικείμενο μία πολιτική πρακτική ή και μία πολιτική συμμαχία που μπορεί να είχε μεγάλη αξία πριν από τέσσερα χρόνια. Η πολιτική συνεργασία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το ΜΑΑ στις περιφερειακές εκλογές του 2010, που ένα μεγάλο τμήμα της «εκτός Συνασπισμού» αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ διαφοροποιείτο από τις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ, θα δημιουργούσε μία εντελώς διαφορετική δυναμική για ένα τρίτο ριζοσπαστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή, οριοθετώντας την κυριαρχία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ που ακολούθησε. Μετά τις εκλογές του 2012 τα περιθώρια αυτά μειώθηκαν σημαντικά αλλά δεν εκμηδενίσθηκαν. Όμως, η ολιγωρία δύο ετών, οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες, η αλληλοϋπονόμευση αυτής της στρατηγικής πολιτικών συγκλίσεων με άξονα το μεταβατικό πρόγραμμα και τέλος η μη κοινή εκλογική κάθοδος παρά τα δύο ταυτόσημα κείμενα προγραμματικής βάσης, αποδυνάμωσαν περαιτέρω μία ήδη αποδυναμωμένη διαδικασία.

Η πολιτική συνεργασία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του Σχεδίου Β, έστω και ορισμένους μήνες πριν τις εκλογές, μπορεί μεν να μην άλλαζε δραματικά την κατάσταση, θα παρήγαγε όμως μία διαφορετική δυναμική και εκλογικά. Πολύ περισσότερο, εάν μία τέτοια πρωτοβουλία είχε παρθεί έγκαιρα, σήμερα θα μπορούσε να καταγραφεί μέσω αυτής ένα υπολογίσιμο πολιτικό ρεύμα. Είναι προφανές ότι η συγκρότηση της αριστερής μετωπικής συμπόρευσης θα αποτύπωνε μεγαλύτερη δυναμική από το άθροισμα των δύο ψηφοδελτίων. Ένα σημαντικό για τα μεγέθη αυτών των σχηματισμών δυναμικό στράφηκε κυρίως στο ΣΥΡΙΖΑ ή και σε άλλα ψηφοδέλτια γιατί δεν είδε κάποια ενωτική προοπτική, ακόμα και μεταξύ δύο σχηματισμών που εμφανίζουν σε προγραμματικό επίπεδο και σε επίπεδο πολιτικών πρακτικών μεγαλύτερες συγκλίσεις, σε σχέση ακόμα και με αυτές που εμφανίζουν διαφορετικές τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ τους. Ειδικά σε μία συγκυρία που αυτό που κυριαρχεί σε πλατιά τμήματα που ψηφίζουν αριστερά – και εν μέρει συμπυκνώνει ένα δικαιολογημένο ταξικό ένστικτο- είναι «να ενωθούμε για να τους διώξουμε», οι αντιθέσεις αυτών των δύο σχηματισμών, όπως εμφανίστηκαν, εκτός από ότι γελοιοποίησαν και τους δύο, διακινδυνεύουν και την γελοιοποίηση του πολιτικού τους προγράμματος..

Στο πεδίο των αυτοδιοικητικών εκλογών αντίστοιχα καταστροφική ήταν η γραμμή των «αντικαπιταλιστικών παρατάξεων-δημοτικών σχημάτων». Όπου ακολουθήθηκε αυτή η γραμμή, τα αποτελέσματα ήταν συντριπτικά γιατί διέλυσαν τις δυνατότητες της διαμόρφωσης ευρύτερων αριστερών ριζοσπαστικών συσπειρώσεων, είτε με τη συμμετοχή δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, είτε και χωρίς αυτή, ενώ και τα εκλογικά αποτελέσματα τους ήταν πενιχρά.

Εάν με πυρήνα τις δυνάμεις που μπορούν να συμμετάσχουν σε μία διαδικασία μετωπικής συμπόρευσης είχε επιχειρηθεί να υλοποιηθεί συντονισμένα και σε διευρυμένο επίπεδο μία πολιτική πρόταση για τη διαμόρφωση και την κάθοδο στις αυτοδιοικητικές εκλογές ευρύτερων συσπειρώσεων που θα συμπεριλάμβαναν ευρύτερες δυνάμεις και ρεύματα της αριστεράς, θα υπήρχε η δυνατότητα ενός ποιοτικά διαφορετικού αποτελέσματος. Όπου δοκιμάσθηκε ακόμα και με αδυναμίες και υστερήσεις αποδείχθηκε ότι αυτή η πολιτική κατεύθυνση έχει ευρύτερη διεισδυτικότητα και στη βάση αυτής θα μπορούσαν να έχουν ξεκινήσει να διαμορφώνονται σε κοινωνικούς χώρους και γειτονιές ευρύτερες πολιτικές πρωτοβουλίες..

Το εμβληματικό αποτέλεσμα στο Χαλάνδρι είναι χαρακτηριστικό της αντιφατικότητας της περιόδου αλλά και της αντιφατικότητας της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αποτυπώνει ότι στην ίδια συγκυρία, ανάλογα με την πολιτική γραμμή που θα ακολουθηθεί, συνυπάρχουν δύο ενδεχόμενα: τόσο αυτό της περιθωριοποίησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όσο και αυτό της διαμόρφωσης, τουλάχιστον σε επιμέρους χώρους ή μέτωπα, πλειοψηφικών ρευμάτων με ηγεμονικά στοιχεία της ριζοσπαστικής αριστεράς, στο έδαφος της πολιτικής συμμαχίας με άλλα ρεύματα της αριστεράς, ακόμη και εάν το ΚΚΕ και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχουν σήμερα μία ανταγωνιστική κατεύθυνση. Μόνο με την υλοποίηση αυτής της κατεύθυνσης μπορεί να ασκηθεί πίεση στις άλλες δυνάμεις της αριστεράς και ιδίως στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και να διεισδύσουν οι δυνάμεις και η πολιτική τοποθέτηση της επαναστατικής αριστεράς ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά ακροατήρια. Στον αντίποδα, τα αποτελέσματα της γραμμής «αντικαπιταλιστικά σχήματα στους δήμους», που καταγράφουν την κομματική επιρροή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ήταν, εκτός από πολιτικά καταστροφικά, και εκλογικά πενιχρά. Σχεδόν το σύνολο των σχημάτων αυτού του χαρακτήρα που είχαν προγενέστερη εκλογική κάθοδο (Αθήνα, Πειραιάς, Βύρωνας, Γλυφάδα, Ζωγράφου, Ν. Σμύρνη, Πύργος κ.λπ.) είχαν σημαντική πτώση από 25 – 40% της επιρροής τους σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, σε μία συγκυρία ευνοϊκότερη για τις αντιλήψεις και τις πρακτικές της άκρας αριστεράς και με καλύτερη οργανωτική παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε σχέση με τέσσερα χρόνια πριν. Τα καθαρά «αντικαπιταλιστικά σχήματα» είχαν μία μέση εκλογική επίδοση της τάξης του 2,24 % που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε νέα σχήματα που δημιουργήθηκαν. Αντίθετα, η εκλογική επιρροή σχημάτων που συμπύκνωναν μία τάση ευρύτερης συσπείρωσης είτε με τη συμμετοχή δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ (Χαλάνδρι, Κερατσίνι,), είτε χωρίς αυτήν (Ίλιο, Αγ. Παρασκευή, Βριλήσσια κ.λπ.), είτε στηρίχθηκαν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ είτε όχι, είχαν πολλαπλάσια επιρροή της τάξης του 7,36 % παρ όλο που σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και σχήματα που επλήγησαν πολύ από τη διασπαστική τακτική δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως στα Γιάννενα και στη Πάτρα.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Η επόμενη περίοδος θέτει, αντικειμενικά, στρατηγικής φύσης ερωτήματα για την αριστερά συνολικά αλλά και με ιδιαίτερη ένταση για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Την τελευταία διετία αλλά και σε αυτές τις εκλογές επιβεβαιώθηκε ότι για να αλλάξει ο κοινωνικός συσχετισμός, αλλά και για να διαμορφωθεί μία κοινωνικοπολιτική πλειοψηφία που να εκφραστεί και εκλογικά, καταλαμβάνοντας το κυβερνητικό κέντρο, είναι απαραίτητη μία συμμαχία της αριστεράς με τους αναγκαίους συμβιβασμούς αλλά με ριζοσπαστικό πρόσημο. Χωρίς αυτή, ούτε αναπτύσσεται η κοινωνική δυναμική της ταξικής πάλης που αποτελεί την απαραίτητη βάση για πολιτική στροφή στα αριστερά, ούτε κάποιο κόμμα και εν προκειμένω ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δυναμική για να αναλάβει το κυβερνητικό κέντρο. Αντίθετα, η απουσία της πολιτικής συμμαχίας της αριστεράς παίζει ρόλο ή και διευκολύνει το ΣΥΡΙΖΑ για ανοίγματα προς τα δεξιά καταρχήν σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο διαμόρφωσης σχέσεων με τμήματα της αστικής τάξης ή επιχειρηματικών συμφερόντων (η περίπτωση Ν. Φιλαδέλφειας είναι κραυγαλέα, αλλά όχι η πιο σημαντική). Ακόμα και σε μία λίγο πιθανή περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ έβγαινε πρώτο κόμμα με ένα ποσοστό της τάξης του 30-35% χωρίς αλλαγή του εκλογικού νόμου, μία αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να σταθεί ως τέτοια μόνο στη βάση του εκλογικού νόμου, στηριζόμενη σε μία κοινωνική μειοψηφία. Ακόμα και αν μία τέτοια κυβέρνηση προωθούσε μόνο επιμέρους φιλολαϊκές ρυθμίσεις και χωρίς να αντιπαρατίθεται μετωπικά με την αστική τάξη, τα ενδεχόμενα θα ήταν δύο: ή σημαντική προσαρμογή της στις επιδιώξεις/πιέσεις του αστικού συνασπισμού εξουσίας ή και – γιατί είναι πιθανόν να συμβούν ταυτόχρονα και τα δύο – η πτώση της από το κυβερνητικό κέντρο.

Μία πλήρης προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ σε περίπτωση που αναδειχθεί κυβέρνηση δεν είναι απίθανη. Είναι όμως σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα είναι το ίδιο πράγμα με τη σημερινή κυβέρνηση και ακόμα περισσότερο ότι δεν αποτελεί σχέδιο τμημάτων του συνασπισμού εξουσίας για να εκτονώσουν τη στροφή των μαζών προς τα αριστερά. Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα με μικροαστικό ρεφορμιστικό προσανατολισμό, χωρίς να έχει οργανικούς δεσμούς με την εργατική τάξη, όπως ιστορικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ή τα δυτικοευρωπαϊκό κομμουνιστικά κόμματα μετά τον πόλεμο. Η πολιτική του στρατηγική έχει αντιφατικά χαρακτηριστικά, ωστόσο σε αυτά σήμερα δεσπόζουν πολιτικό ιδεολογικά στοιχεία όπως ο «ευρωπαϊσμός», η ανάδειξη θετικών στοιχείων της επιχειρηματικότητας, η αποδοχή πλευρών του σημερινού αναπτυξιακού προτύπου, η πρόθεση για μία μέτρια αναδιανομή του εισοδήματος, ο πολιτικός λόγος στον οποίο εμφιλοχωρεί η εθνική στρατηγική / η εμφάνιση της βασικής αντίθεσης με τους ξένους δανειστές και όχι μεταξύ τάξεων.

Ο βαθμός και η ταχύτητα προσαρμογής του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι βέβαιη, είναι αντικείμενο της πολιτικής πάλης που διεξάγουν και οι άλλες δυνάμεις της αριστεράς και μεταξύ αυτών και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και θα εξαρτηθεί από τρεις παράγοντες Ι) το χαρακτήρα και την εξέλιξη της κρίσης και άρα πόσα περιθώρια θα έχουν οι αστικές τάξεις στο εσωτερικό και σε διεθνές επίπεδο να προβούν σε ορισμένες παραχωρήσεις ή θα συγκρουστούν μετωπικά ΙΙ) από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο κοινωνικό επίπεδο και ΙΙΙ) από το κατά πόσο ενδεχόμενη άνοδός του στην κυβέρνηση θα γίνει στο πλαίσιο μιας αριστερής συμμαχίας, ή στο πλαίσιο συνεργασιών με άλλες δυνάμεις από τα δεξιά του.

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται η αναγκαιότητα για τη συγκρότηση μίας αριστερής κοινωνικό πολιτικής συμμαχίας που θα έπρεπε να περιλαμβάνει το ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με στόχο ι) την όξυνση της ταξικής πάλης στο κοινωνικό επίπεδο και ιι) την εκλογική πλειοψηφία και την άνοδο στο κυβερνητικό κέντρο. Για μία τέτοια συμμαχία θα ήταν απαραίτητοι συμβιβασμοί από τις δυνάμεις που συμμετέχουν όμως αυτοί δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν κάποια πολιτικά όρια. Το όριο μίας τέτοιας συμμαχίας αφορά στην εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος με αιχμές την εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των μεγάλων παραγωγικών μονάδων, ειδικά στους τομείς της κοινής ωφέλειας και την έξοδο από την ΟΝΕ. Βεβαίως, μία τέτοια συμμαχία δεν είναι από μόνη της επαρκής για τη διαμόρφωση μιας εκλογικής πλειοψηφίας, παρά μόνο αν διαμορφώσει ένα ρεύμα κοινωνικών αγώνων αλλά και πολιτικό ιδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης. Σε διαφορετική περίπτωση χωρίς ένα ριζοσπαστικό ρεύμα μέσα στους κοινωνικούς αγώνες και μέσα στις ταξικές δυνάμεις που θέλει να εκφράσει μία αριστερή συμμαχία, επειδή η κοινωνική πλειοψηφία σήμερα δεν τοποθετείται ιδεολογικά στην αριστερά, η σύγκρουση στενά εκλογικών πολιτικών μπλοκ μπορεί να έχει αντίστροφα αποτελέσματα. Δηλαδή απέναντι σε μία αριστερή συμμαχία, την πλειοψηφική εκλογική αντισυσπείρωση γύρω από ένα βασικό αστικό μπλοκ όλων εκείνων των στρωμάτων που έχουν αντίθετα συμφέροντα αλλά και των μερίδων των εργαζόμενων τάξεων στις οποίες στον ένα ή στον άλλο βαθμό κυριαρχούν οι ιδεολογικές πρακτικές της αστικής τάξης.

Υπάρχουν δύο αντίρροπες στρατηγικές που κάνουν αδύνατη στην παρούσα φάση αυτή τη συμμαχία. Η πλειοψηφική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ που έχει ως βασικό στόχο την παραμονή στην ΟΝΕ και δεν αποδέχεται τους στόχους της εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος και της διαγραφής του χρέους στο σύνολο τους. Άρα αυτή η πολιτική κατεύθυνση από την πλευρά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ καθιστά, στην παρούσα φάση, τη συμμετοχή του σε μία τέτοια συμμαχία αδύνατη. Από την άλλη πλευρά η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ που δεν θεωρεί επαρκή την παραπάνω βάση, δεν θεωρεί απαραίτητη μία πολιτική συμμαχία με αυτές ή άλλες δυνάμεις και παραπέμπει σε κάποια μελλοντική κατάληψη της εξουσίας – χωρίς να περιγράφει τον τρόπο – με άξονα τις δικές του δυνάμεις. Οι ευθύνες του ΚΚΕ είναι εξίσου σοβαρές με αυτές της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ διότι δεν περιγράφει ένα επαρκές πολιτικό σχέδιο – με τους κατάλληλους συμβιβασμούς – ώστε να συμμετάσχει σε ένα κοινωνικό πολιτικό μπλοκ και με άλλες δυνάμεις, π.χ. με την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εάν κάτι τέτοιο γινόταν έγκαιρα από την πλευρά του ΚΚΕ, τότε και τα ζητήματα που θα τίθονταν για την Αριστερή Πλατφόρμα και τη σχέση της με το ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν διαφορετικά, και η δυναμική ανάπτυξης της ταξικής πάλης στο κοινωνικό πεδίο μεγαλύτερη, αλλά και οι πιέσεις που θα δεχόταν η πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν αυξημένες και η ισχύς της καθόλου δεδομένη. Μέσα σε μία τέτοια συμμαχία είναι απαραίτητη η αυτοτελής παρουσία ενός συγκροτημένου επαναστατικού ρεύματος και για να παίζει ρόλο στο σωστό προσανατολισμό της και για να συμβάλλει στη ριζοσπαστικοποίησή της.

Η στρατηγική αυτή πρέπει να καθορίζει και την τακτική μας. Ακόμα και αν το συνολικότερο πολιτικό σχέδιο μιας αριστερής πολιτικής συμμαχίας με τα χαρακτηριστικά, τους προσδιορισμούς και τα όρια που περιγράφονται δεν μπορεί να υλοποιηθεί άμεσα, η τακτική που αντιστοιχεί σε μία τέτοια στρατηγική είναι α) η διαρκής έκφραση και τεκμηρίωση μίας τέτοιας πολιτικής πρότασης β) η συγκέντρωση σε επίπεδο κοινών πρακτικών, παρεμβάσεων και συζητήσεων όσων συμφωνούν με αυτή την κατεύθυνση γ) η διαμόρφωση όρων για τη συγκέντρωση με το μίνιμουμ αποδεκτό πλαίσιο όσο περισσότερων από αυτές τις δυνάμεις (αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, άκρα αριστερά) σε επίπεδο κοινωνικών χώρων ή τοπικό στο βαθμό που άμεσα δεν μπορεί να υλοποιηθεί σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο δ) η λειτουργία σε ένα κοινό πολιτικό μέτωπο με αυτούς που συμφωνούν (ακόμα και αν είναι καταρχήν λίγοι) στη βάση του μεταβατικού πολιτικού προγράμματος και με μία ευρεία έννοια στο στρατηγικό προσανατολισμό της περιόδου (αναγκαιότητα για ρήξεις με το υπάρχον σύστημα, για ριζικούς μετασχηματισμούς σε σοσιαλιστική κατεύθυνση). Πολύ περισσότερο, αυτό πρέπει να γίνει με αυτούς που προσδίδουν μια αυξημένη δυνατότητα επικοινωνίας με τμήματα των δυνάμεων που θέλουμε να συνεργαστούμε σε στρατηγικό επίπεδο.

Απέναντι στις πιέσεις ενσωμάτωσης, διαλυτοποίησης ή και σεκταριστικής φυγής και απογείωσης, η ύπαρξη του αυτοτελούς και ανεξάρτητου πόλου της αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης όλη αυτή την περίοδο. Η αναγκαιότητα αυτή αυξάνεται ακόμα περισσότερο αν ληφθούν υπ’ όψη οι πολιτικές στρατηγικές του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η προσπάθεια που θα γίνει ταυτόχρονα για την καθήλωσή του ή και για τη συμμετοχή του σε ευρύτερα σχήματα αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού ως έσχατη λύση για τη σταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης.

Όμως, για να παίξει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το ρόλο που της αναλογεί απαιτείται μία προγραμματική και οργανωτική επανεκκίνησή της με τη δημοκρατική συγκρότησή της και με επανατοποθέτηση στο κέντρο της στρατηγικής της μετωπικής συμπόρευσης με εκείνες τις δυνάμεις και αντιλήψεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, που συγκλίνουν στη βάση του μεταβατικού προγράμματος για τη συγκρότηση ενός αριστερού κοινωνικό πολιτικού μετώπου. Διαφορετικά, η πολιτική στρατηγική του αντικαπιταλιστικού πόλου, αυτοαναιρείται, και εκτρέπεται στην κατεύθυνση της συγκρότησης του “μετώπου των επαναστατών”, σε διαχωρισμό και ρήξη με όσους δεν προτάσσουν την άμεση αναγκαιότητα της επαναστατικής διαδικασίας.

Σήμερα στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και εκτός αυτής (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αντίθεση για την συνεργασία ή μη με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ που αναπτύχθηκε στο Σχέδιο Β), αντιπαρατέθηκαν και αντιπαρατίθενται διαφορετικές στρατηγικές. Από τη μία πλευρά η στρατηγική της συγκρότησης του «μετώπου των επαναστατών» και της συγκρότησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γύρω από τον εαυτό της. Από την άλλη, η στρατηγική της ευρείας ενότητας του λαού και της αριστεράς μέσα από την κατεύθυνση της συγκρότησης του αριστερού κοινωνικού και πολιτικού μετώπου, μίας ευρείας πολιτικής συμμαχίας της αριστεράς (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ, αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ) γύρω από τους κεντρικούς άξονες του μεταβατικού προγράμματος, που είναι η μοναδική που μπορεί να βγάλει τις δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς από το πολιτικό περιθώριο και κυρίως να δημιουργήσει μία δυναμική οριοθέτησης και ανατροπής της αστικής στρατηγικής. Αυτές δεν μπορούν να επιλυθούν με τον «κεντρισμό», ούτε με την αξιοποίηση «διαπροσωπικών» σχέσεων, ούτε με συμβιβασμούς. Αντίθετα πρέπει να δοκιμασθούν οι διαφορετικές γραμμές εντός και εκτός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Για αυτό είναι απαραίτητο να ληφθεί μία νέα πρωτοβουλία, από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και όσους εκτός αυτής συμμερίζονται την κατεύθυνση της αριστερής μετωπικής συμπόρευσης, με πολύ πιο σταθερά χαρακτηριστικά. Οι δυνάμεις αυτές πρέπει, υπερβαίνοντας τις αμφιταλαντεύσεις που εμφανίστηκαν στο παρελθόν, να συγκροτήσουν μία τέτοια πρωτοβουλία, η οποία θα αναπτύσσει ενιαία δημόσια πρακτική και παρουσία επανεισάγοντας την κατεύθυνση της αριστερής μετωπικής συμπόρευσης σε ευρύτερα ακροατήρια. Θα πρέπει επίσης να αναλάβουν κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες σε όσους κοινωνικούς χώρους και γειτονιές υπάρχουν οι δυνατότητες στην κατεύθυνση της κοινής παρουσίας και της όσμωσης με ευρύτερα ρεύματα της αριστεράς. Η κατεύθυνση της αριστερής ριζοσπαστικής μετωπικής συμπόρευσης δεν εξαντλείται στις υπαρκτές σήμερα δυνάμεις (που τουλάχιστον εκλογικά φάνηκαν περιορισμένες) αλλά στοχεύει σε μία ευρύτερη διαδικασία ανασύνθεσης. Όμως, κατ’ αρχήν, πρέπει να ξεκινήσει από αυτές. Όπου επιχειρήθηκε μία τέτοια προσπάθεια σε τοπικό επίπεδο, εν μέρει καρποφόρησε ακόμα και με αντιφάσεις από την πλευρά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, (στο Χαλάνδρι, στα Βριλήσσια, στο Ίλιο, στην Αγ. Παρασκευή και αλλού) και τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά. Πολύ περισσότερο απαιτείται μία τέτοια προσπάθεια στο εργατικό κίνημα αλλά και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο.

Μαριάνα Τσίχλη,

μέλος της Κ.Σ.Ο. της ΑΡΑΣ και του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

Share.

Leave A Reply