Ανασυγκρότηση και επιμονή στη μαζική κι ενωτική ριζοσπαστική αριστερά για να σπάσει η κυριαρχία της δεξιάς και οι συντηρητικοί συσχετισμοί

0

Τα αποτελέσματα των εκλογών της 25ης Ιουνίου 2023 επικύρωσαν επί τα χείρω αυτά του Μαΐου, αποτυπώνοντας την κυριαρχία της ΝΔ και ευρύτερα της δεξιάς χωρίς αντίπαλο εναλλακτικό διαχειριστή στο πολιτικό σκηνικό. Η δεξιά και η ακροδεξιά συγκεντρώνουν αθροιστικά το 55% και για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση έχουν την πλειοψηφία των ψήφων. Παράλληλα, ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η άνοδος και εκπροσώπηση του νεοναζιστικού μορφώματος των Σπαρτιατών και της ακροδεξιάς Νίκης, που θα αποτελούν στήριγμα του Μητσοτάκη και συνάμα θα τον πιέζουν από τα δεξιά σε ζητήματα ελευθεριών, κοινωνικών δικαιωμάτων κλπ. Η διατήρηση της επιρροής και των δικτύων του νεοναζιστικού χώρου μετά τη διάλυση της ΧΑ θέτει σοβαρά καθήκοντα στο αντιφασιστικό κίνημα για την αποτροπή της ανάπτυξης πρακτικών και την οριοθέτηση του φασιστικού φαινομένου. Η μεγάλη αποχή δεν ανατρέπει το φόντο της πολιτικής συντηρητικοποίησης. Καθ’ όλη την περίοδο μετά το 2010, η αύξηση της αποχής έπληξε περισσότερο το κέντρο, την κεντροαριστερά και την αριστερά, παρά τη δεξιά, που επέδειξε αντοχή, ενώ, η έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα που αντανακλάται ως αποχή δεν αποτελεί παράγοντα πίεσης για την κυβέρνηση, στο μέτρο που δεν συνοδεύεται από την ανάταση του λαϊκού κινήματος και αγωνιστικές πρακτικές.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συσπείρωσε όλη τη στήριξη του κεφαλαίου, διαμορφώνοντας με την πολιτική της μια κούρσα κερδοφορίας για τις ανώτερες μερίδες του. Η σχετική σταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού, με χαμηλότερα μεγέθη και όλες τις δομικές αντιφάσεις, βασίστηκε στην μνημονιακή υποτίμηση της εργασίας και στην υποχώρηση του συνδικαλιστικού κινήματος και συνολικά του συσχετισμού για τον κόσμο της δουλειάς. Παράλληλα, η ΝΔ αξιοποίησε τη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων και την εμπιστοσύνη των εγχώριων και ιμπεριαλιστικών κέντρων εξουσίας, μοιράζοντας κονδύλια για τη σταθεροποίηση των εκπροσωπήσεών της στην αστική τάξη και τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα και τον έλεγχο των ΜΜΕ, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να μην έχει φθορά από την πολιτική της, από σκάνδαλα, όπως αυτό των υποκλοπών, αλλά και εγκλήματα όπως των Τεμπών. Μικρό μέρος κατευθύνθηκε με την επιδοματική πολιτική στην ανάσχεση των άμεσων επιπτώσεων της φτωχοποίησης των χαμηλότερων στρωμάτων. Ωστόσο, αυτή η πολιτική διαμόρφωσε όρους συγκρότησης κάποιων συμμαχιών.

Η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ συνδέεται με την πορεία που διάλεξε μετά τη μνημονιακή στροφή του 2015 διαμορφώνοντας το υπόβαθρο για την άσκηση των πιο επιθετικών πολιτικών από το κατ’ εξοχήν κόμμα του κεφαλαίου, τη ΝΔ και για τη συντηρητικοποίηση. Το υπόβαθρο της υποχώρησης των λαϊκών προσδοκιών και της απουσίας εναλλακτικής από τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα. Η περιβόητη “σταθερότητα” εμπεριέχει αυτήν την διάσταση, ενώ ταυτόχρονα αποτυπώνει μια ευρύτερη ιδεολογική υποχώρηση. Οι μηχανισμοί της άρχουσας τάξης κατάφεραν να κατοχυρώσουν το 2015 σαν μια “περιπέτεια” για τμήματα της εργασίας που δεν φτωχοποιήθηκαν ραγδαία και τους συνταξιούχους, ενώ για πιο φτωχοποιημένα κομμάτια του κόσμου της δουλειάς ταυτίστηκε με μια μεγάλη διάψευση που έκλεισε την πιθανότητα να υπάρχει εναλλακτική πορεία για την χώρα και τον λαό. Η χλιαρή αντιπολίτευση που άσκησε την τετραετία Μητσοτάκη, στηρίζοντας τους βασικούς άξονες της νεοφιλελεύθερης και φιλοϊμπεριαλιστικής πολιτικής της κυβέρνησης, ενίσχυσε την αποδιάρθρωση των όποιων προσδοκιών, οδηγώντας στην συντηρητική μετατόπιση ενός εκλογικού ακροατηρίου ακόμη και στις λαϊκές περιοχές προς τα δεξιά (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ) ή την αποχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει και δεν μπορεί να συγκροτήσει αντίβαρο και αντιπολιτευτικό πόλο, ούτε φυσικά μπορεί το ΠΑΣΟΚ που λειτουργεί ως συμπλήρωμα της πολιτικής της ΝΔ.

Τα παραπάνω δεν ήταν μια “αντικειμενική εξέλιξη”. Κατά την προηγούμενη τετραετία, δεν κατέστη εφικτή η διαμόρφωση ενός πλατιού μετώπου αντιπολίτευσης, που θα άθροιζε δυνάμεις, θα κινούνταν με κοινό βηματισμό και ταυτόχρονα θα επιδίωκε να αναδείξει εναλλακτικές πολιτικές, άμεσες και αντιληπτές για τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν την ζωή του κόσμου της δουλειάς και της νεολαίας.

Η ενίσχυση του ΚΚΕ δεν τροποποιεί την εικόνα. Η διατήρηση οργανωμένων δυνάμεων σε μεγαλύτερη εμβέλεια, συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση της επιρροής του, που όμως είναι  αναντίστοιχη με τις μετακινήσεις που έγιναν από τον ΣΥΡΙΖΑ, και δεν ανατρέπουν τους συντηρητικούς συσχετισμούς. Η αποτίμηση της δικαίωσης της στάσης του ΚΚΕ κατά την περίοδο 2011-2015, όταν η απόσυρση του ΚΚΕ υπονόμευσε σημαντικά τους αγώνες, δείχνει ότι το ΚΚΕ δεν θα αξιοποιήσει τη θέση του ως μοναδικού κοινοβουλευτικού εκφραστή της αριστεράς για να αποσταθεροποιήσει την νεοφιλελεύθερη επέλαση της κυβέρνησης, αντίθετα θα ενισχύσει την εχθρική και αντιενωτική πολιτική απέναντι σε κάθε άλλο χώρο της αριστεράς.

Το ΜέΡΑ25- Συμμαχία για τη Ρήξη επεδίωξε να κάνει ένα βήμα συσπείρωσης δυνάμεων της αριστεράς, στο πλαίσιο μιας εκλογικής συνεργασίας, επιδιώκοντας να εκφράσει κινήματα που αναπτύχθηκαν την τετραετία και να εξασφαλίσει την πολιτική παρουσία μίας αγωνιστικής, αριστερής, κινηματικής φωνής στη βουλή. Η αποτυχία εισόδου του στη Βουλή σχετίζεται κυρίως με την ανηλεή επίθεση από το σύνολο των ΜΜΕ, που έφτασε μέχρι και στον πλήρη αποκλεισμό, αλλά και από το σύνολο των κομμάτων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο στοχοποίησης, κάθε ολίσθημα είχε πολλαπλασιαστική αρνητική επίδραση. Σε μεγάλο βαθμό, η επίθεση του συνόλου των μηχανισμών των κέντρων εξουσίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη οργανικών σχέσεων με τμήματα των λαϊκών τάξεων σφράγισε την μη είσοδο στην Βουλή. Για να πιεστεί το ΜέΡΑ25 – Συμμαχία για τη Ρήξη, πριμοδοτήθηκαν από τα ΜΜΕ επιλογές όπως η Πλεύση Ελευθερίας που δεν μπορεί να τοποθετηθεί στην αριστερά. Η σημαντική συγκράτηση δυνάμεων στις δεύτερες εκλογές αποτελεί ωστόσο σημαντικό κεκτημένο για τα επόμενα βήματα προς μια συσπείρωση δυνάμεων της αριστεράς και των κινημάτων. Στο φόντο της αρνητικής δυναμικής των εκλογών του Μαΐου, δεν ήταν εφικτή η ανατροπή του αποτελέσματος σε τόσο περιορισμένο χρόνο, παρά τις μεγάλες τροποποιήσεις, σε θετική κατεύθυνση, του πολιτικού στίγματος και της φυσιογνωμίας του εγχειρήματος. Ωστόσο, η συγκράτηση δυνάμεων και η στήριξη σε μεγάλο βαθμό από ένα αριστερό κοινωνικό και πολιτικό δυναμικό, αποτελούν θετική παρακαταθήκη μέσα σε μια συνολικά αρνητική συνθήκη και βάση για την διεύρυνση και ενίσχυση της Συμμαχίας.

Οι προγραμματικές δηλώσεις της ΝΔ ανέδειξαν ότι θα επιδιώξει να “χτίσει” πάνω στην μετεκλογική κυριαρχία και να κινηθεί επιθετικά. Η επιστροφή στα πλεονάσματα από το 2024 περιορίζει το περιθώριο και προδιαγράφει λιγότερα μέσα εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Μαζί με τα δομικά ζητήματα στασιμότητας που αντιμετωπίζει το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο, “χτισμένο” στην υπερεκμετάλλευση της εργασίας, του φυσικού πλούτου και της δημόσιας περιουσίας, φαίνεται ότι οι κραδασμοί δεν θα λείπουν για την κυβέρνηση. Όμως, όπως δεν πρέπει να κυριαρχήσει η απογοήτευση, αντίστοιχα δεν αρκεί η αναμονή των “αντικειμενικών συνθηκών”. Ο πολιτικός συσχετισμός είναι εξαιρετικά αρνητικός. Σε ένα τέτοιο συσχετισμό, δεν είναι ορθές οι αναλογίες με το 2009 και την κατάρρευση Παπανδρέου. Η εμπέδωση των μειωμένων προσδοκιών είναι πραγματικότητα, ενώ το κοινωνικό μπλοκ της “σταθερότητας”, συμπληρώνεται από εκείνο του σκοταδισμού, του ανορθολογισμού και του φασισμού.

Αποτελεί μονόδρομο η ενότητα της αριστεράς τόσο στους χώρους εργασίας, σπουδών και τις γειτονιές, όσο και το άνοιγμα της συζήτησης για πολιτική προγραμματική ενότητα. Πρέπει πρώτα και κύρια να διαμορφωθεί σε κρίσιμους τομείς που θα εξαπολυθεί η κυβερνητική επίθεση: στην αναθεώρηση του αρ. 16, στην ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ, στα μέτρα λιτότητας που κρύβονται πίσω από τους δημοσιονομικούς στόχους, αλλά και σε ενεργά μέτωπα που συνεχίζουν: η ακρίβεια και ο πληθωρισμός, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων, στέγη, περιβάλλον, δικαιώματα, αντιφασιστική πάλη.  Μία τέτοια κατεύθυνση ενότητας σημαίνει κοινό σχεδιασμό για το μαζικό κίνημα και τις συνδικαλιστικές παρατάξεις, με στόχο να αναπτυχθούν αντιστάσεις.

Η προγραμματική/ πολιτική ενότητα θα πρέπει να περιλαμβάνει όλο το εύρος των δυνάμεων από το ΜέΡΑ25 έως τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς που είναι διατεθειμένες να συμμετάσχουν σε μία τέτοια κίνηση, με σχέσεις σεβασμού και ισοτιμίας. Στόχος της οφείλει να είναι η συγκρότηση ενός κοινού χώρου, που δεν θα συντονίζεται απλά στο κίνημα, ούτε θα περιορίζεται σε έναν περίκλειστο ιδεολογικό χώρο, αλλά θα επιδιώκει να δημιουργήσει ένα μαζικό χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς που θα κάνει μαζική πολιτική, θα αμφισβητεί το μοντέλο ανάπτυξης που παγιώνεται, αλλά και τους διεθνείς προσανατολισμούς της χώρας και την σχέση με ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις. Μία τέτοια διεργασία θα μπορούσε να δώσει δείγματα γραφής ήδη από τις αυτοδιοικητικές εκλογές, ιδιαίτερα στις Περιφέρειες και κεντρικούς Δήμους, παράλληλα με τη στήριξη ενωτικών κατεβασμάτων στους δήμους, διαμορφώνοντας όρους και για τις ευρωεκλογές.

Αριστερή Αντικαπιταλιστική Συσπείρωση

7 Ιούλη 2023

Share.

Comments are closed.